Radio Nowhere
Νύν & Αήρ
Λίγα λόγια για εμένα
... λίγα και καλά
(διαβάστε περισσότερα)
Ανθολόγιον
Σύνδεσμοι


Φεβρουάριος 2009
415 αναγνώστες

 

Κυρ, 22 Φεβ 2009 03:32 μμ
 

Καθε απλη κινηση, ακομα και το πιασιμο ενος ποτηριου, εχει πισω της μια ιστορια.

Και καμια υποσχεση δεν κραταει για παντα.

Ακομα και η πιο καλοπροαιρετη, ακομα και αυτη που ειχε για σπονδη τα πιο ειλικρινη δακρυα.

 

Καπου στην πολη ειναι ο Στράτος, τεσσερις μερες τωρα.

Τωρα θα φτιαχνεται για να βγει, μπανιο, ξυρισμα.

Σημερα εμαθε αλλες πεντε λεξεις στα κινεζικα μιλωντας στο λομπυ με τον σιψάντη και θα παει να τις δοκιμασει στο μαγαζι της. Πεντε λεξεις θα φτασουν αραγε να γεμισουν δυο ωρες? Φτανουν. Φτανουν και περισευουν. Υπαρχουν και τα χερια που θα μπλεκονται. Και τα βλεμματα ισια στα ματια. Και τα συντομα φιλια. Το κρεσεντο ομως θα ειναι αυτες οι πεντε λεξεις. Ολο το σκηνικο σημερα θα ειναι γυρω απ' αυτες. Απο τη χαρα που θα κανει οταν τις ακουσει. Απο τα γελια της οταν θα τον ακουει να τις συλλαβιζει.

Πεντε λεξεις. Χρυσαφι μαγκα μου. Για μια νυχτα φτανουνε οχι για δύο ωρες.

Του 'πεσε λιγο περισσοτερο αφτερσέιβ στο χερι απο ενα ξαφνικο χαρουμενο γελιο, δε πειραζει σκεφτηκε, το πασαλειψε στα μαγουλα.

 

Πρωτη μερα στη πολη, πρωτη μερα στο μαγαζι της και καθισε σα δαρμενος σκυλος στη μπαρα της. Λιγο να ισιωσει το κορμι, λιγο το τσιγαρο να βοηθησει, λιγο το κομπολόι. Να κρυψουν το αγχος του μεχρι να δει τι γινεται και πως παιζεται δω περα το παιχνιδι.

 

Περασε απο μπροστα του και ηταν σα λευκο κρινο.

Το Τσιβας στα χειλη και μονορουφι κατω.

Η ομορφια του χτυπαγε τη πορτα. Ανοιξε.

Ή μαλλον αυτη τον πηρε απο το χερι και τον εβγαλε εξω.

 

Ξαναπερασε, τον κοιταξε αυτη τη φορα που τη κοιταγε.

Του πηρε μ'ενα χαμογελο το χερι και το τραβηξε σε καναπε. Το κορμι του ακολουθησε το μουδιασμενο χερι του.

Τα σεπαρε χωριζονταν με ξυλινο φραχτη και ψευτικα αναρριχητικα λουλουδια.

 

Γουάτς γιορ νέιμ, της ειπε.

Χαμογελο.

Ντου γιού σπικ ίνγκλις?

Χαμόγελο.

Γουέαρ αρ γιού φρομ?

Άι αμ τσάινα.

 

Εφερε το μικροφωνο και το κοντρολ του καραόκε.

7115 εγραψε η οθονη, Μπέσαμε μουτσο.

Το ειπε πρωτη αυτη. Ωραια. Πολυ ωραια. Ανατριχιασε δηλαδη.

Μετα το ξαναβαλε.

Το ηξερε. Αρχισε να το τραγουδαει. Οσο το τραγουδι κυλαγε η φωνη του λυνοτανε. Μολις του επιασε το χερι τρελλαθηκε. Το εβαλε ολο στη φωνη.

 

Πηγε να τις ξαναμιλησει μετα.

Τιποτα. Χαμογελο. Χαμογελο.

Ειτε αγγλικα της μιλαγε ειτε κινεζικα αυτη εκει. Χαμογελο.

Και κρινο την ειπε, και περιστερα μου μετα, και αγαπη μου και θα σε παρω μαζι μου.

Μετα αρχισε αυτη να του λεει.

Που να ξερεις τι?

Αμα χάιδευε τον τριχωτο καρπο του μαντευε. Θα ελεγε τι ωραιες ή τι περιεργες που ειναι οι τριχες σου. Αλλα αν μιλαγε στον αερα δεν ηξερε τιποτα. Και τοτε χαμογελαγε αυτος. Και χαμογελαγε. Και την ελεγε κρινο μου.

Και μετα Μπέσαμε μουτσο.

Παλι και παλι. Μία αυτή, Μία αυτός. Καθε φορα απο πιο βαθεια να βγαινει η φωνη του. Και τα χερια να μπλεκονται.

 

Τεσσερις μερες αυτη η δουλεια. Αυτος ο πυρετος απο χαμογελα, ματια, αισθημα που φουντωνε και ασυνενοησία.

 

Στο καραβι τραγουδαγε μονος του στους αλουέδες Μπέσαμε μουτσο.

Που και που κλεινοταν και στη καμπινα του και δοκιμαζε μια νοτα πιο ψηλα. Ηθελε να δει ως που φτανει η φωνη του. Δεν ηθελε να του βγει κανα κοκοράκι μπροστα της.

Σημερα ομως της ειχε δωρο. Και χρυσα σκουλαρικια και πεντε λεξεις. Ειχε δοκιμασει να του μαθει κινεζικα αυτες τις μερες και ειχε γελασει πολυ με τη προφορα του. Και αυτος με τη δικη της. Ετσι οπως ελεγε κλινο, κλινο, ιμε κλινο ...

 

Μπηκε και δεν την ειδε. Ρωτησε τη μαμα σα. Αυτη το κοιταξε παιχνιδιαρικα και λιγο περιεργα.

Σορρυ σί ιζ μπιζι του είπε.

 

Τι μπίζι, σκεφτηκε.

Καθισε στη μπαρα και τη περιμενε.

Στη τσεπη του στριφογυριζε τα χρυσα σκουλαρικια.

 

Σε κανα δεκαλεπτο το κεφαλι της ξεπροβαλλε πανω απο το ψευτικο φραχτη. Τον ειδε και ξαναχαθηκε. Η μαμα σα, γατα, επιασε τη κινηση.

Μένι τζαπανίζ τουντέι, του είπε, κοιταζοντας τον ενοχα.

Ή ετσι του φανηκε.

 

Πληρωσε.

Ο γραμματικος του ειχε πει για ενα πολύ καλο μασατζιδικο που ειχε βρει.

Τραβηξε κατα κει. Ενας αέρας όμως ερχοταν απο τον ωκεανο και εστριψε για τη παραλια. Ειχε ελαφρο κυμα. Περπατωντας εβγαλε τα σκουλαρικια απο τη τσεπη και τα πεταξε στο νερο.

Μπέσαμε μούτσο αρχισε να μιλαει περισσοτερο παρα να τραγουδαει.

Δοκιμασε να πει και τις πεντε καινουριες λεξεις αλλα τις ειχε ηδη ξεχασει.

 

*********************************************************************************

 

 

Δευ, 16 Φεβ 2009 08:16 μμ
 

... αυτο που ξεχασα να σου πω για τα Γιαπωνεζικα μπαρ ειναι και το πιο σημαντικο.

Αν θες και αν εισαι αρκετα ανοιχτος, γεναιος ή αθωος, που θα πει διατεθειμενος, μπορεις να δοκιμασεις σε δυο (πανω κατω) ωρες ολο το σεναριο μιας μεγαλης αγαπης.

ολα μπορουν να υπαρχουν, ολα μπορεις να τα προλαβεις και ακου με που σου λεω ολα θ' ακολουθησουν το ρυθμο σου.

θα φλερταρεις, θ' αμφιβαλλεις, θα ερωτευτεις, θα πιστεψεις, θα διαψευστεις και θα επαληθευτεις και ολα αυτα με το ρυθμο και το τροπο που εσυ θελεις και μπορεις ν' ακολουθησεις. 

οτι διαδρομη θες μπορεις ν' ακολουθησεις αλλα τα παραπανω σταδια θα τα περασεις ενα προς ενα. στο ποσο θα σταθεις στο καθενα ειναι δικο σου θεμα αναλογα με τις αυταπατες και τις αναγκες σου.

φλερταρεις δεκα λεπτα,

πιστευεις μιση ωρα,

διαψευδεσε δυο, επαληθευεσε ενα και ουτω καθ' εξης 

βαζεις βγαζεις,

προσθετεις αφαιρεις, 

δεν θα τα κανεις ολα αυτα τυχαια, 

αλλα συμφωνα με εναν δικο σου ρυθμο που παντα ακολουθεις

καποιος διαλεγει να ερωτευετε δωδεκα και να διαψευδετε τρια και καποιος το αναποδο.

οτι θες κανεις, εσυ παιζεις,το μονο που πρεπει ειναι να τα χωρεσεις ολα σε δυο ωρες περιπου,

δεν συνιστω παραπανω γιατι μοιραια θα κολλησεις περισσοτερο στα δυο βασικα σταδια ειτε στου ερωτα ειτε στης διαψευσης,

και δεν το προτεινω, γιατι θα χαλασει το συνολο και τη γενικη χημεια,

καλυτερα να βρεις τις αναλογιες τις καταλληλες να ζησεις ολο το δραμα της ζωης σου σ' ενα διωρο.

προτεινω διωρο.

μερα- νυχτα.

ανεβασμα-κατεβασμα.

χτισιμο-γκρεμισμα.

πιστη-διαψευση.

μια ωρα το ενα-μια ωρα το αλλο.

συμμετρικο ανεβασμα- περιπου το ιδιο συμμετρικο κατεβασμα.

κορυφες και κοιλαδες επιτρεπονται.

χωρεσε τα ομως οπως πρεπει.

εγω προτιμω τρεις ωρες.

πραλαβαινω να τα αναδειξω και να τα γευτω ολα καλυτερα.

καμια φορα παιζω με καποιο σταδιο λιγο παραπανω,

μ' αρεσει να την μπερδευω,

και ξερεις  εχει κι αυτη το ρυθμο της,τον σιγουρο,

τον καθημερινο,

καθε πανω-κατω τη μπερδευει.

Εγω ας πουμε αν παρουμε το διωρο προγραμμα, στεκομαι κανα δωδεκαλεπτο παραπανω λιγο πριν τη βεβαιωμενη αγαπη,

και κανα τεταρτακι παραπανω λιγο πριν την διαψευση, το οχι και την επαναφορα.

Εχει καποιο ρυθμο κι αυτο και δεν τις διαταρασσει αρκετα ωστε να χασουν τον επαγγελματικο δικο τους ,

στο τελικο οχι ή ναι στεκομαι ελαχιστα.

Δεν εχει να βεβαιωσει τιποτα παραπανω,

δεν υπαρχει κανενα δωρο ή καμια τιμωρια,

το πως σταθηκες στο καθε σταδιο, το πως δοκιμαστηκες

αυτο ειναι που τα εχει ολα.

Καθε ενα εχει τη γευση του στην ακρη της γλωσσας και στο κεντρο της καρδιας, μονο εσυ τα ξερεις αυτα, πως εγιναν και τι σημαινουν.

Στο Γιαπωνεζικο μπαρ μπορεις να ζησεις μεσα σ' ενα διωρο ολο το σεναριο της ζωης σου.

Διαλεγεις την αληθεια και το ψεμμα στις αναλογιες που μπορεις ν' αντεξεις.

Την αλλη μερα εχεις ολο το δικαιωμα να μετανιωνεις μονος σου.

******************************************************************************

Σαβ, 14 Φεβ 2009 06:31 μμ
 

Δούλευε στο παραδιπλανο μπαρ απο αυτο των ασχημων που ειχε γινει κεινο το καιρο το στεκι μου. Οταν οι Γιαπωνεζοι αραιωνανε και ειχε αναδουλεια απο κει ερχοταν και παιζαμε ποδοσφαιρακι.

Ανασηκωνε τα μανικια του μεταξωτου κιμονο και αρχιζε να βαραει με μανια το μπαλακι δαγκωνοντας την ακρη της γλωσσας της.

«Ρούφα το» μου ελεγε οπως της ειχα μαθει. Μια τουφα της επεφτε στα ματια και τη φυσαγε καθως δεν αφηνε στιγμη τους ξυλινους παιχτες απο τον ελεγχο της. Μονο οταν εμπαινε καποιο γκολ εκανε λιγο αερα με το χερι της, το κιμονο ηταν βαρυ υφασμα και η εντονη κινηση την αναβε ολοκληρη.

 Αν την εβλεπες τοτε δεν θα εβρισκες καμια σχεση σ’ αυτο το αγοροκοριτσο με το κιμονο και στην αιθερια υπαρξη που κρατωντας το χερι του Γιαπωνεζου μανατζερ και κοιτωντας τον με μια υπνωτικη  ηδυπαθεια του αδειαζε σιγα σιγα και σταθερα τη μεσα τσεπη και το μυαλο.

Την ειχα δει σε τετοιες στιγμες και η λυγερη αυτοπεποιθηση της ομορφιας της γινοταν τοσο επωδυνη ειδικα αν δεν ηταν διπλα σου να σου χαριζει την ευνοια της εγγυτητας της. Οι μεγιστανες της κωμοπολης ηταν οι ταχτικοι της πελατες. Γι αυτους ηταν μια γυναικα που διαβαζόταν αργα, περιμενοντας απο στιγμη σε στιγμη να σου αποκαλυψει κατι, κατι που ποτε δεν γινοταν. Εβγαινε ενας μαγνητισμος μεσα απο τις κινησεις της, τις πιο απλες.   Ηταν ο τροπος που κρατουσε το κεφαλι της, που το εστρεφε αργα για να σε κοιταξει, που εφερνε το χερι της μπροστα στο στομα της ταχα μου να κρυψει το γελιο της απο ενα αστειο ή ενα υποννοούμενο.

Δεν την ειχαν δει να φευγει με κανεναν, δεν την ειχαν δει στα καλα μερη με συντροφια. Ηταν ενα αινιγμα που ματαια οι καταπονημενοι απο την ομορφια της περιμεναν να τους δωσει την λυση. Εκεινη την φορα μολις τελειωσαμε το παιχνιδι ειχε και αλλο χρονο να πιει μια λεμοναδα, η κριση ειχε στειλει πολλους απο τους πελατες της πισω στο νησι τους.

Μου ειπε οτι αυτη τη χρονια που θα ερχοταν ηταν η χρονια της αγελαδας.

Και μετα, Ξερεις, εμενα με εμαθε γραμματα μια αγελαδα.

Δηλαδη, τη ρωτησα.

Στο σπιτι ειχαμε μια αγελαδα. Το μονο ζωντανο που ειχαμε. Τη θυμαμαι απο τοτε που θυμαμαι τον εαυτο μου. Μεγαλωσαμε μαζι θα ελεγα. Αυτη ηταν η παρεα μου οταν ημουνα παιδακι γιατι αλλα παιδια της ηλικιας μου δεν υπηρχαν στο χωριο. Και οταν πεθανε η μανα μου πηγαινα για καιρο και κοιμομουνα στο σταύλο μαζι της. Αυτο που θυμαμαι ομως περισσοτερο ηταν οταν την κοιτουσα στα ματια. Ηταν τοσο μεγαλα τα ματια της και τοσο μαυρα που εβλεπα εκει μεσα ολο το προσωπο μου. Δοκιμαζα γκριματσες, χαμογελα, επιανα τα μαλλια μου με διαφορους τροπους. Αυτη να με κοιταει παντα εκει, ακινητη, σταθερα με αυτα τα πελωρια ματια. Γυριζα το προσωπο μου σε διαφορες γωνιες και το δοκιμαζα, για πολλες ωρες καθε μερα. Εγινε ο καθρεφτης μου. Εκει μεσα με ειδα να μεγαλωνω.  Επρεπε να παω σχολειο. Ο πατερας μου τη πουλησε για να μπορεσει να με στειλει. Για βδομαδες δεν του μιλουσα. Μια σιωπη με ειχε κλεισει μεσα της και μια ασταθεια ακομα και στο βηματισμο μου.  Μια μερα ο πατερας μου ηρθε κοντα και με κοιταξε τοσο σταθερα και λυπημενα ισια στα ματια που μπορεσα κι εβαλα τα κλαμματα και με πηρε αγκαλια. 

Σταματησε να μιλαει κι επιασε το μαγουλο της. Ειχε κοκκινησει λιγο και ηξερα πως το χερι της ηταν πιο κρυο.

Η σιωπη ξαφνικα ηταν τοσο φυσικη. Το πιο φυσικο πραγμα στον κοσμο. Εσπασε μονο οταν χτυπησε το κινητο της. Ερχομαι, απαντησε.

Εβγαλε μέικ απ απ΄τη τσαντα και σιγα σιγα εφτιαξε στο προσωπο το λευκο χρωμα που αρεσε στους πελατες της.

Με κοιταξε για λιγη ωρα σταθερα κι ετσι οπως τα ματια της εψαχναν στα δικα μου εφτιαξε μια ατιθαση τουφα απο το μαλλι της.

Ετοιμη, ειπε. Μου χαμογελασε κι εφυγε.

********************************************

Τρι, 10 Φεβ 2009 06:57 μμ
 

... όταν το πρωτοάκουσα απλως περιμενα.

Ενιωθα οτι ηταν η εισαγωγη και μονο.

Και ειχα κανει Λαθος.

Αυτη η εισαγωγη ειναι και το ολο.

Σκεφτηκα και ειπα τοση γλυκεροτητα δε μπορει,

καπου αλλου θελει να σε παει

δεν μπορει αυτο να ειναι αληθεια

Δεν ηταν ετσι.

Θελει να σε παει εκει,

στη πηγη που ξεκιναει η γλυκεροτητα,

εκει που ολα ξεκινανε

δεν ξερω ποσα πραγματα εχουν γινει τοσο συνθετα που να μην αναγνωριζονται

να μιλας γι αυτα περιφραστικα μονο,

για τα γιαπωνεζικα τραγουδια δε γινεται

ειναι τοσο ψευτικα που ειναι αληθινα

μονο στη πηγη ισχυει αυτη η προταση, η ανωτερω.

Καθε φορα που τ' ακουω τα κοροιδευω στα δυο πρωτα λεπτα και μετα

τους παραδιδομαι

ψυχη και σωμα

δεν ειναι ευκολα να πας τοσο βαθεια,

μιλωντας απλα,

ξεσκιζοντας απλα τη μερα που περασε και αυτα που δε γινανε,

και δεν ειναι τυχαιο που ερχονται εδω φορωντας τις στολες τους,

και φευγοντας ακρωτηριασμενοι

δεν εχουν παρα χαλαρα πανωφορια,

Πρεπει ν' ακουσεις γιαπωνεζικα τραγουδια,

πρεπει να σπασεις λιγο πριν και λιγο υστερα

στην οθονη θα δεις λουλουδια

σιγα 'η και αποτομα θα σπασεις

το λουλουδια θα ειναι εκει να τα φυσαει ο αερας,

εσυ θα τα βλεπεις,

εσυ θα τραγουδας αάι αααάι,

εσυ θα σπας

και το λουλουδι εκει.

κλεινεις ματια

λουλουδι,

ανοιγεις ματια

λουλουδι,

ακουμπας σ' ενα τοιχο,

πισω χορταρι πρασινο και καπου ενα πηγαδι κρυμμενο

το υποψιαζεσαι αλλα δεν το ξερεις,

το καθε βημα σου φοβαται,

υπαρχει ενα πηγαδι κρυμμενο μες στα χορτα,

υπαρχει γιατι το φοβαται η σκεψη σου,

αυτο και μονο το κανει πιο αληθινο απ' ολα οσα υπαρχουν

ακουμπας στο τοιχο

κοιτας ενα ωκεανο που βλεπεις μονο λιγο μετρα μπροστα λογω της ομιχλης,

τον υπολοιπο τον μαντευεις

οπως και το βαθυ πηγαδι καπου αναμεσα στα χορτα γυρω,

δεν βλεπεις ουτε το ενα ουτε το αλλο

ομως ειναι κει

κι εσυ τραγουδας

κανοντας οτι δεν ξερεις.

Αυτο ειναι το γιαπωνεζικο τραγουδι

κι ελπιζω να καταλαβες

 

 

 

 

Η μετάφραση του τραγουδιού:

 

Υπηρχε ενα λιβαδι στο χωριο μου

εκει που μας αρεσε να παιζουμε και να κρατιομαστε απ' το χερι

ο αερας χαιδευε το χορταρι

και ειμασταν τοσο νεοι,

τοσο μακρια απ' το φοβο

 

Μετα σε ονειρευομουνα

να με κρατας κατω απο εναν ουρανο γεματο αστερια

και τοτε ηταν που σου υποσχεθηκα

θα σε αγαπω για παντα

 

Περασε ο χρονος, ο καιρος

ποσα αλλαξανε

αλλα αυτο το λιβαδι ακομα ζει μεσα μου,

στη καρδια μου

Που εισαι;

που εισαι τωρα;

θελω να σου πω οτι σ' αγαπω ακομα

και θελω να σε ξαναβρω

 

Τωρα γυρνας γυρω μου σα μια πεταλουδα

η φωνη σου ακομα αντηχει μεσα μου,

στη καρδια μου

... εισαι η μονη μου αγαπη

 

Υπηρχε ενα λιβαδι στο

μερος που μεγαλωσα

Εκει που την Ανοιξη ολα τα λουλουδια ανθιζαν ασπρα

παιζαμε με τις πεταλουδες

και κρατιομασταν

μεχρι να δυσει η μερα

 

Η φωνη σου ακομα αντηχει στη καρδια μου ...


Σχετικά με το blog
Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος.
Εκκλησιαστής Α, 5
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις