Radio Nowhere
Νύν & Αήρ
Λίγα λόγια για εμένα
... λίγα και καλά
(διαβάστε περισσότερα)
Ανθολόγιον
Σύνδεσμοι


Ιανουάριος 2009
709 αναγνώστες

 

Τετ, 21 Ιαν 2009 07:20 μμ
 

Ο κλέφτης των λουλουδιών

Εκείνο το βραδυ παρα λιγο να το βγαλει στο Τμημα γιατι θελοντας να ομορφυνει οσο γινεται πιο γρηγορα, σε μια νυχτα συγκεκριμενα, το μικρο κηπο του σπιτιου που νοικιαζε, ειχε την ιδεα να ξανοιχτει στη γειτονια και να κλεψει λουλουδια.

Ηταν αρχη Ανοιξης, στα παρτερια ειχαν φυτευτει πολλα λουλουδια ή μικροι θαμνοι που οι ριζες τους δεν ειχαν φτασει ακομα βαθεια. Με λιγη προσοχη μπορουσες να τα βγαλεις χωρις να τα τραυματισεις, και η μεταφυτευση τους δεν ηταν δυσκολη.

Ηταν ενα απο τα πρωτα ζεστα βραδυα, δεν χρειαζοταν πανωφορι και η μυρωδια απο τις νερατζιες ειχε γεμισει τον αερα και τη καρδια του με μια γλυκεια εξαρση.

Η πραξη αυτη πηρε μεσα του τις διαστασεις ενος παιχνιδιου ή μιας αταξιας με καποιο ποιητικο μετρο. Ο κλεφτης των λουλουδιων, μονολογουσε και χαμογελουσε με την αντηχηση αυτης της φρασης μεσα του.

Και βεβαια εδινε μια εκ των προτερων απαλλαγη στον εαυτο του για αυτη τη πραξη λεγοντας του οτι τα λουλουδια δεν θα τα πειραξει και πολυ να βρεθουν λιγες εκατονταδες μετρα πιο περα. Τι εδω, τι εκει? Και κει θα ζουσαν, και κει θα συνεχιζαν να χαριζουν την ομορφια τους. Λιγο πιο ιδιωτικα βεβαια αλλα σε καποιον που σιγουρα θα την εκτιμουσε περισσοτερο απο τους αδιαφορους περαστικους.

Πριν λιγες μερες ειχε ξεβοτανισει το μικρο κηπο, τον ειχε καθαρισει απο σκουπιδια, ειχε κλαδεψει τα τρια δεντρα της αυλης και μετα τηλεφωνησε στον παιδικο του φιλο και καθισαν μπροστα στη φωτια που αναψαν με τα ξερα στο κεντρο της αυλης. Κοντα στο κεντρο της πολης. Γυρω γυρω πολυκατοικιες και στη μεση σαν ξεχασμενη γη ή σαν γεωμετρικο λαθος ηταν ο μικρος του κηπος. Παρατημενος για χρονια, παρακμασμενος σα να περιμενε καποιον να του δωσει ζωη.

Και στη μεση αυτου του σκοτεινου κενου ηταν αυτο το ξεχωριστο βραδυ, αυτος με τον παιδικο του φιλο γυρω απο μια φωτια. Ψηλα απο τα μπαλκονια καποιοι βγηκαν και τους κοιταξαν ανησυχοι μολις μυριστηκαν τον καπνο. Στα δικα τους ματια φανταζαν σαν ενας σκοτεινος κυκλος που στο κεντρο της ελαμπε αυτη η μικρη αγνωστη τους φωτια.

Ηταν ενα τοσο ομορφο βραδυ, η φωτια τους παρέσυρε σε καποιες μακριες, εξομολογητικες κουβεντες. Χωρις να το λενε το μυαλο και των δυό τους ηταν σε καποια καλοκαιρια στο χωριο μπροστα σε αλλες φωτιες, ινδιανικες οπως τις λεγανε.

Ηπιαν μπυρα και η νοσταλγια τους συνεπηρε, θυμηθηκαν φιλους χαμενους, κοριτσια και αστεια. Και ηταν μαλλον συνεπεια αυτης της ξεχωριστης φωτεινης νυχτας η σκεψη να φτιαξει εναν υπεροχο κηπο.

Τωρα ειχε ηδη κανει καποιες μεταφυτευσεις απο το κοντινο παρκο. Ειχε φως απο τους φανοστατες του αλλα κυριως απο μια ταβερνα που ειχε ηδη βγαλει καποια τραπεζακια της εξω.

Η ωρα κοντευε δυο και τα τραπεζακια ηταν αδεια.

Η ευκολη επιτυχια στις προηγουμενες προσπαθειες ειχε αμβλυνει την προσοχη του. Δουλευε ηρεμα σα να ηταν στο περιβολι του, σα να ηταν μια δουλεια που επρεπε να τη κανει σωστα.

 


Κυρ, 11 Ιαν 2009 06:32 μμ

 

Παρ-ερμηνεία

Οι προθεσεις μου ηταν αγαθες μονο ως προς το ήμισυ.

Απο τη μια ηθελα να τη βοηθησω οικονομικα αφου ειχα σκοπο να τη πληρωσω γι αυτη τη δουλεια και συγχρονως να τη βγαλω απο τις στειρες για το πνευμα της αναγνωσεις εγχειριδιων αυτοβελτιωσης και επαγγελματικης αλληλογραφιας. Απο την αλλη ηθελα ομως μεσω αυτης να μπω μεσα στη λογοτεχνια της χωρας της διαβαζοντας κατι που δεν ειχε εκδοθει στη γλωσσα μου αλλα επισης ενιωθα να παραμονευει στα πισω μερος του μυαλου μου η σκεψη της λογοκλοπης της ιδεας αυτου του εργου εαν τελικα αποδεικνυοταν ειτε αξιολογη ειτε πρωτοτυπη.

Μολις πριν λιγους μηνες ειχε τελειωσει τις σπουδες της στην Αγγλικη γλωσσα, ειχε στειλει περιπου σαραντα βιογραφικα και της απαντησαν μονο στο τελευταιο. Μια εταιρεια που εφτιαχνε αφυδατωμενες τροφες σε μια μικρη κωμοπολη που την εδερνε ο ανεμος και η σκονη την ηθελε σαν συνδεσμο λεει με το παραρτημα της στην Αμερικη. Μην εχοντας ελπιδες και φιλοδοξιες ηταν ετοιμη να τη δεχτει αλλα ανελαβα μια περιεργη ευθυνη οταν της ειπα να μη βιαστει. «Δεν θα λες ναι στη πρωτη φορα ποτε» της ειπα. «Τα οχι σε ωριμαζουν, τα ναι σε γερνανε».

Το αδιευκρινιστο πλαισιο της σχεσης μας εδινε καποια περιεργη αιγλη στα λογια μου κι ετσι καταφερα και της απεσπασα ενα εστω αγνωστου προσωρινοτητας «ενταξει, ασε να το σκεφτω ακομα λιγο».

Ετσι στο χρονο που χρειαζοταν αυτη να το σκεφτει εφτιαξα μεσα μου αυτη την ιδεα. Θα μου μεταφραζε ενα βιβλιο απο τη γλωσσα της. Θα την πληρωνα για τη μεταφραση. Εαν τα πηγαινε καλα και αν της αρεσε θα μεταφραζε κι αλλο κι αλλο. Αυτη θα πληρωνοταν κανονικα κι εγω θα ειχα πρωτοτυπα εργα στα χερια μου απο την εξωτικη χωρα της. Πιο δικαιο δεν θα μπορουσε να γινει. Το αδιευκρινιστο ας περιμενε προς το παρον, το θεμα ηταν μην τη χασω εγω και την κερδισει αυτη η κωμοπολη της σκονης χιλια μιλια μακρια.

Πηγαμε στο μεγαλυτερο βιβλιοπωλειο της πολης. Στο ισογειο μεθοδοι εκμαθησης πως θα γινεις καλυτερος μανατζερ, στον πρωτο και στον δευτερο οικονομικα, διοικηση, πολιτικη, συνταγες και τεχνικα. Η λογοτεχνια στο υπογειο αλλα τουλαχιστον ηταν ολο δικο της.  Ψαχναμε ωρες να βρουμε κατι να μας κανει κλικ. Ειδικα εγω δεν ηξερα καν τι περιεργα αισθητηρια επρεπε να μπουν σε λειτουργια για να βρω ενα «καλο βιβλιο». Αυτη ηταν η απαντηση μου οταν με ρωτησε τι ψαχνουμε. Μοιραια αφεθηκα να με γοητευσουν τα εξωφυλλα, οι γραμματοσειρες και η ποιοτητα του χαρτιου. Στο τελος εφτασα να κρατω τρια στα χερια μου οταν ειχα πλεον κουραστει να απορριπτω χωρις να καταλαβαινω το λογο. Το εξωφυλλο του ενος ειχε ενα μπισκοτί χρωμα πολυ ζεστο και γι αυτο τελικα το διαλεξα. «Αυτο, και ο Βουδας βοηθος» της ειπα.

Πηγαμε για καφε και που και που το ξεφυλλιζε. Καποιες φορες το ματι της προσηλωνοταν περισσοτερο στο βιβλιο και καποιες αλλες περιμενα ματαια να μου απαντησει σε κατι που της ειχα πει.

«Παμε?» με ρωτησε κι ενω ο καφες μας ηταν μισοτελειωμενος. Χαιρετηθηκαμε, χωρισαμε, «Θα τα πουμε αυριο».

Δεν τα ειπαμε ομως καθως δεν απαντησε στα τηλεφωνηματα μου. Αργα πολυ ελαβα ενα μηνυμα «συγνωμη, ημουνα απασχολημενη, θα σε παρω εγω».

Δεν με πηρε ομως. Τα μεχρι πριν συχνα μηνυματα αραιωσαν εντυπωσιακα. Απο εικοσι την ημερα, πεσαμε στα δυο και μετα κανενα. Ευτυχως το τελευταιο της ηταν ενα ξερο «οχι» οταν εγω ανησυχωντας τη ρωτησα «δεχτηκες εκεινη τη δουλεια τελικα?».

Το αδιευκρινιστο φαινοταν να παιρνει την ανεπιθυμητη για μενα τροπη και το εντυπωσιακο ηταν οτι η οποια πρηγουμενη επιρροη μου πανω της φαινοταν να εχει γινει σαν τη σκονη που με φοβιζε για αλλους λογους. Ειχε περασει πλεον ενας μηνας οταν μου τηλεφωνησε.

«Η μεταφραση ειναι ετοιμη» μου ειπε «την εστειλα στο e-mail σου». Ξαφνιαστηκα απο το ποσο διαφορετικη ηταν η φωνη της, σαν ξενη ετσι οπως ολο το οποιο προηγουμενο συναισθημα που τη χρωματιζε απουσιαζε. Στην ερωτηση μου ποτε θα την εβλεπα μου απαντησε «μολις τη διαβασεις». Ημουν ετοιμος να ρωτησω τι σχεση εχει αυτο αλλα το τηλεφωνο εκλεισε αποτομα κι εγω το κοιταζα σα ενα περιεργο αντικειμενο που ειχε χασει πια την χρηστικοτητα και την αξια του. Μεσα σε μια αγνωστης ακομα πυκνοτητας λυπη, το βραδυ ανοιξα το e-mail και βρηκα το γραμμα της και το κειμενο.

Απο τις πρωτες παραγραφους το ξαφνιασμα μου ξεχαστηκε μεσα σε μια συγκεντρωση αδιαπεραστη απο οτιδηποτε εξωτερικο. Λεξεις τοπια, συναισθηματα εικονες, και μια ιστορια που δεν ηξερες αν αφηνε πισω την πραγματικοτητα ή την ερμηνευε. Οι χαρακτηρες παλλονταν μεσα στα λαθη τους σαν συμπαθητικα ζωα, αγνοουσαν τα αδιεξοδα τους κολυμπωντας μεσα τους, ανοιγαν πορτες και επαιρναν δρομους σε αγνωστα μερη χαμογελωντας στην αγνοια τους και χρησιμοποιωντας την μ’ ενα τροπο που με καθηλωνε. Ηταν τοσο περιεργο το συναισθημα που μου γεννουσε, ξερω μονο πως δεν ηθελα να τελειωσει.

Οι χαρακτηρες εσβησαν σιγα σιγα σα να τους εκρυψε μια ομιχλη. Εμεινα να κοιταζω τις τελευταιες γραμμες σα να ημουνα επιβατης ενος ονειρου που ξερεις οτι παει να τελειωσει καθως ξυπνας κι εσυ προσπαθεις να το κρατησεις με ολη τη δυναμη του ναρκωμενου μυαλου σου.

Τελειωσε κι εμεινα ακινητος στη καρεκλα για ωρα.

Μικρες κατολισθησεις ειχαν γινει μεσα μου, εσωτερικες γεωγραφιες ειχαν αλλαξει ή το ζητουσαν.

Μετα λιγη ωρα την πηρα τηλεφωνο. Το οτι ηταν ξημερωματα δεν φαινοταν να εχει καμια σημασια. «Πως σου φανηκε?» μου ειπε αντι για χαιρετισμο και δεν μου φανηκε καθολου οτι τη ξυπνησα. «παρα πολυ καλο» της ειπα, ζυγιζοντας τον εαυτο μου.

Ηδη μεσα μου οι σκεψεις για τη λογοκλοπη που σχεδιαζα με ειχαν εγκαταλειψει. Δεν θα μπορουσα να υποστηριξω ενα τετοιο εργο. Το παρον μου και το μετα δεν ηταν σε θεση. Κι ουτε θα ηταν. Η ηττα μου ηταν ολοκληρωτικη απεναντι του απο την πρωτη ντουφεκια. Αυτο ηταν κατι αλλο. Δεν ημουν ανταξιος του παρα μονο σαν αναγνωστης του. Καθως σιωπουσε, συνεχισα «καταπληκτικο για να πω την αληθεια. Κι εσυ ... ξερεις ... δεν το περιμενα οτι θα ησουνα τοσο καλη στη μεταφραση...»

Η σιωπη της συνεχιζε. Της ειπα κι αλλα. Αφεθηκα και αφησα τη συγκινηση που ακομα με διεκατειχε να περασει μεσω ενος δορυφορου με αγνωστες εκεινη τη στιγμη συντεταγμενες σε αυτη.

Στο τελος ο ενθουσιασμος μου ηταν τοσο εντονος.

 Σταματησα.

«δεν ειναι η μεταφραση» μου ειπε.

« ειναι ολο δικο μου. Απο την πρωτη ως την τελευταια λεξη».

Η σιωπη ηρθε σα ρουχο στα μετρα μου τωρα.

«το βιβλιο που μου πηρες ειχε κατι. Δεν ξερω τι. Απευθυνοταν σε μενα και ζητουσε συνεχεια. Καθε λιγες σελιδες υπηρχε μια φραση που με ξυπνουσε απο εναν ολο και διαφορετικο υπνο. Ο υπνος αυτος αλλαζε καθε τετοια φραση, γινοταν αλλος, πιο βαθυς, πιο ελαφρυς δεν ξερω. Περασα ολα τα σταδια του. Ηταν στιγμες που δεν ηξερα αν διαβαζα, αν κοιμομουν ή αν εγραφα. Δεν ξερω τι εχω κανει. Και δεν ξερω το θα κανω απο δω και περα».

Η σιωπη περιμενε προσπαθωντας να δωσει χωρο σε καποια σκεψη.

Ματαια.

Το μονο που μπορεσα να σκεφτω ηταν οτι σιγουρα πλεον η πολη της σκονης δεν θα την εκανε δικια της.

Ουτε κι εγω ομως.

Σιγουρα πλεον.      

 


Παρ, 09 Ιαν 2009 04:01 μμ

 

Χιόνι στη Bar Street

Ειχα την πλατη γυρισμενη στα κοριτσια, στον Κροάτη απο τη Ριέκα και στο Γιαπωνέζο απο το Κόμπε και κοιταζα εξω απο το μικρο τζαμι που εφτιαχνε ενα νυχτερινο καδρο σ’ ενα δενδρο και σ’ ενα ποδηλατο που ηταν ακουμπισμενο πανω του.

Οι τρεις μας τις συντηρουσαμε καθε βραδυ, αυτες ειχαν κανει τη μοιρασια κι εμεις πιναμε αργα σα ν’ ανηφοριζαμε μια πλαγια με σταθερη κλιση. Εμενα μου ειχε τυχει ως συνηθως η πιο ασχημη, που παρ’ολο που τη λατρευα δε μπορουσε να συμβιβαστει με την ιδεα οτι ουτε το τηλεφωνο δεν της ειχα ζητησει τοσο καιρο αλλα βολευομουνα να της ζωγραφιζω μαργαριτες σε χαρτοπετσετες και ν’ αλλαζω τα ιδια και τα ιδια σι-ντι, οποτε ο φιλος μου ο Σουζούκι δε μερακλωνε κι επιανε το μικροφωνο, κατακοκκινος απο το σάκε και μπα’ι’λντισμενος απο το χαμογελο της Μιού Μιού.

Τι ηταν ο ενας για τον αλλο εκει μεσα?Ουτε με τον Μπόρομιρ ειχα αλλαξει πανω απο δυο κουβεντες ουτε με το Σουζούκι σαν, κι ομως αν καποιος τους ελειπε καποιο βραδυ το μπαρ εμοιαζε αδειο σα να’χε χασει καποιο πολυτιμο συστατικο του. Τα κοριτσια ηξεραν 20 λεξεις στ’ αγγλικα και οι τρεις μαζι. Τι αορατο μοιραζαμε μεταξυ μας και το ειχαμε τοσο αναγκη που αν καποιος αργουσε μια ανησυχια απλωνοταν απο τον ενα στον αλλο σαν κρυο ξαφνικο αερακι? Μια συνενοχικη σιωπη κομμενη σε εξι κομματακια, καθενας ειχε το μεριδιο του, ζευγαρια και τριαδες σε αυθαιρετους συνδυασμους, λυομενοι καταυλισμοι ο ενας μεσα στον αλλο.

Ημουνα πιο βαρυς ομως αυτη τη φορα, ο δε Σουζούκι κοιταγε το μικροφωνο με αδειο βλεμμα. Τα κοριτσια μας ειχαν παρατησει και παιζανε χαρτια και γελαγανε σιγανα μεταξυ τους.

Το χιονι αρχισε να πεφτει λιγο μετα τις δωδεκα. Πρωτα το εστρωσε στη σελα του ποδηλάτου και μετα στο δρομο. Η σιωπη εμοιασε να γινεται μεγαλυτερη για λιγη ωρα σα να κρατησαν ολοι την ανασα τους. Πυκνωσε γρηγορα και σε κανα μισάωρο ειχε αρκετο κατω.

Τοτε ανοιξα την πορτα να βγω εξω. Και μολις πατησα το ποδι μου στο ασπρο γυρισα το κεφαλι δεξια και αριστερα για να δω δεκαδες πορτες ν’ ανοιγουνε και δεκαδες ζευγαρια παπουτσια να κανουνε μια ντροπαλη δοκιμαστικη προσπαθεια να πατησουνε το παρθενο χιονι. Η σιωπη εσπασε κομματακια απο τη μουσικη που εβγαινε απο τις ανοιχτες πορτες και απο τα γελια των κοριτσιων και των μεθυσμενων φιλων τους που τις ακολουθουσαν παντου και στο χιονι.

Απλωθηκαν στο δρομο, αρχισαν να χοροπηδουν και να γελανε σα παιδια. Αλλες με μινι φουστες και μποτες, αλλες με μακρια φορεματα και σαγιοναρες και αλλες με γουνινα κυλοτακια και γυμνα ποδια βρηκαν ξαφνικα κατι που τις πηγαινε πισω σε μια αλλη εποχη. Μεσα στο λευκο που επεφτε απο παντου αυτες σαν πολυχρωμες πεταλουδες χορευαν και γελαγαν. Οι αντρες τις παρατησαν γρηγορα ξεπαγιασμενοι αλλα αυτες εκει σαν κατι να ειχαν να πουν με τη τοση αναπαντεχη λευκοτητα που καθοταν στις παλαμες και στα μαλλια τους. Και οι δικες μας εκει μαζι τους, ενα με τις αλλες τις μεχρι προτινος ανταγωνιστριες που κυνηγαγανε σκληρα η μια τον πελατη της αλλης απο κινητο σε κινητο.

Με τον Μπορομιρ και το Σουζουκι μειναμε να τις κοιταμε και ηταν απο τις σπανιες φορες που χαμογελαγαμε και οι τρεις μαζι.

Χορτασαν παιχνιδι, μουσκεψαν οι μινι φουστίτσες και τα γούνινα και μπηκαν μεσα. Ελαφρα αλλαγμενες εστω και για λιγο.

Ο δρομος αδειασε. Το χιονι συνεχιζε.

Τους αφησα, πηρα το αμαξι και πηγα στη παραλιακη.Ο δρομος ενα πλατυ ασπρο ποταμι. Πηγαινα με εκατοείκοσι και τραβαγα χειροφρενο. Το αμαξι επαιρνε κατι ασυμμετρες, σπειροειδεις στροφές κι εγω το φχαριστιομουνα. Ψυχη πουθενα. Χτυπησε το κινητο αλλα ουτε που το κοιταξα. Υποψιαζομαι οτι τα τα σιωπηλα φιλαρακια θα ηταν κατά τι πιο τυχερα σημερα.

Οπως κι εγω αλλωστε.

Ειχα ολη τη νυχτα δικια μου, ολη τη πολη, ολους τους δρομους της και ολο το ασπρο χιονι της. 

 


Πεμ, 08 Ιαν 2009 05:03 μμ
 

Όμορφη

Η στιγμη που η ερωτηση εαν ειναι ομορφη θα ταλαιπωρησει μια γυναικα και η επομενη απαντηση που μπορει να καθορισει και ολη την υπολοιπη σταση της απεναντι στο κοσμο φαινεται οτι σε αυτη δεν κρατησε πανω απο λιγα δευτερολεπτα. Εμενα βεβαια αν με ρωτουσες θα ελεγα οτι ειναι πολυ ομορφη και ευχαριστως θα εδινα σπιτια και χωραφια να τη κανω δικη μου.

Δεν μου δοθηκε καν η ευκαιρια ομως και το να ματωνω πανω στα καγκελα που ειχε υψωσει μεταξυ της και των αρσενικων δεν θα ηταν οτι πιο φρονιμο εκ μερους μου. Και οπωσδηποτε ασκοπο.

Αυτο που την απασχολουσε ηταν να φιλοτεχνησει τον εαυτο της μεσα στο κοσμο. Οι σκεψεις της ηταν ολες συγκλινουσες προς κατι ιδανικο στη μορφη και στη δραση του χαρακτηρα. Ανεπνεε μεσα απο τη λογοτεχνια, ονειρευοταν μεσα απο τη μουσικη και τεμπελιαζε μεσα απο το σινεμα στριφογυριζοντας στο μυαλο της ηρωες βιβλιων, ηθικες στασεις, μαχες που δοθηκαν ανεξαρτητως αποτελεσματος. Δεν ειχε τεθει μεσα της το ερωτημα οποιασδηποτε επιτυχιας και καμια συγκαταβαση δεν τη γεφυρωνε με καμια απολαβη. Ζουσε μεσα της ζωγραφιζοντας  παθη και διαφυγες χωρις να λερωνεται απο την ηχω τους. Αυτο εγινε στα τεσσερα χρονια που τη γνωρισα και δεν ειχε αλλαξει. Μετα τι εγινε δεν το ηξερα αλλα κρυφα ερωτευμενος φανταζομουνα οτι ηταν αυτη πισω απο υπογραφες σε εκλεκτες επιφυλλιδες ή καποιο απο τα ονοματα που γραφονταν στους συντελεστες μιας ταινιας, αυτους με τους περιεργους ρολους που δεν ηξερα τη χρησιμοτητα τους και το ποσο πραγματικα απαραιτητοι ηταν.

Σ' ενα ταξιδι μου σ' ενα νησι ενιωσα απολυτως σιγουρος οτι ηταν αυτη στη βεραντα του σπιτιου που κοιταζα απο κατω. Κατι στη κινηση του λευκου φορεματος, κατι στη σταση του ανασηκωμενου κεφαλιου μου εστειλε μια σκοτοδινη και μια μεταλλικη γευση που δεν με αφησε ολη μερα. Γιατι δεν της μιλησα?

Οποτε εβλεπε τα ματια μου να σκιαζονται παλι απο αυτη την ανεξοδη λατρεια ειτε κατεβαζε το κεφαλι και το εκρυβε πισω απο τα μαλλια της που επεφταν μπροστα σα να ηταν η ασπιδα της στην επιθυμια μου ειτε σηκωνοταν κι εφευγε χωρις να πει κουβεντα ή να χαιρετησει. Μετα απο τετοια επεισοδια ισως να εκανα και μερες να την δω και παντα το να ξαναρθει ηταν δικη της και μονο αποφαση. Καποια στιγμη της μερας ή της νυχτας ανοιγα τα ματια και αυτη ηταν εκει, καθοταν στη καρεκλα και με κοιταζε. Με ειχε συγχωρησει.

Ετσι με εκπαιδευσε στο σεβασμο της και στην αποσταση και ετσι εκανε την αγαπη μου μια σιωπηλη αποδοχη χωρις καμια επιδιωξη.

Αρχισα να παιζω το «παιχνιδι» σαν ενα αντιβαρο στη αφορητη λυπη που μου εφερνε η απουσια της. Η ιδεα μου μπηκε απο μια περιεργη αγγελια που διαβασα, απο καποιον που ισως ειχε αρχισει ενα παρομοιο «παιχνιδι».

Εβαλα λοιπον σε αγγελια ενα μηνυμα που της απευθυνοταν, το κρατησα για μηνες και εβαλα μια ταχυδρομικη θυριδα που θα μπορουσαν να απαντησουν. Επισης το εγραψα σε μικρα χαρτακια και το αφησα χωρις να με καταλαβουν μεσα σε βιβλια σε ραφια βιβλιοπωλειων απο αυτα που πιστευα οτι θα ηθελε να διαβασει το Κουρδιστο Πουλι για παραδειγμα ή Στις Μονες του Ειρηνικου. Εκανα και κατι πιο ακομψο οταν εφτιαξα για μερικες βδομαδες ενα σάιτ με το ονομα της και καποια ποιηματα απο κατω. Το κατεβασα ομως γιατικαποια στιγμη το βρηκα χονδροειδες αλλα αυτο δεν με εμποδισε να το ανεβαζω και να το κατεβαζω κατα βουληση τις φορες που η σκεψη της με καρφωνε σε μια ερημο που δεν υπηρχε δρομος.

Η ελπιδα μου ηταν οτι καποια στιγμη θα εμπαινε σε καποιου ειδους αναποφευκτη ενηλικιωση, θα δεχοταν τη φυση της, θα δεχοταν κι εμενα. Τα ιχνη που την εβαζα να ακολουθησει ηταν τα σωστα το ηξερα. Αυτο που δεν ηξερα ηταν αν η ελπιδα μου αυτη για την πορεια της θα γινοταν ποτε αληθεια.

Καποια αλλη φορα σκεφτηκα να βαδισω στα χναρια της και εκοψα το ποτο, το καπνισμα και καποιο σεξ αναγκαστικα αγοραιο μιας και η σκεψη της δεν μου εδινε καμια δυνατοτητα να συγκεντρωθω στη προσπαθεια να κερδισω καποιαν αλλη. Αυτη η ενεργεια αναμφιβολα εφερε μια γενικη βελτιωση στην υγεια μου αλλά ενα βραδυ σε πελαγη απελπισιας τα εκανα και τα τρια απο τα κομμενα μετανιωνοντας και σιχτιριζοντας τον εαυτο μου και την αδυναμια μου. Μοιραια δεν αφησα να με ερωτευτουν και οταν και αν εγινε εγω ουτε που το καταλαβα. Δεν με ενδιεφερε. Ολος απορια καταλαβα ξαφνικα οτι κατα καποιο τροπο ειχα γινει σαν και αυτη. Ετσι ταμενος οπως της ημουνα ακολουθουσα το δικο της δρομο.

Στη θυριδα ελαβα καποιες δεκαδες γραμματα, αλλα ειρωνικα και αλλα απο κοπελες που ηθελαν να με γνωρισουν. Μου ηταν ομως ολαφανερο οτι δεν ηταν κανενα δικο της.

Μια μερα ελαβα ενα γραμμα που ειχε κι αυτο γραμμενη απ' εξω μια ταχυδρομικη θυριδα και μεσα στο φακελλο ηταν μονο μια λευκη σελιδα. Αυτο επαναληφθηκε και ηταν την τριτη φορα που αποφασισα να γραψω καποια πραγματα στη λευκη σελιδα και να τη στειλω στη θυριδα που μου υποδειχνε. Κυριως εγραφα για μια στιγμη μας και το συγκλονισμο που μου εφερνε μια θεα του προσωπου της απο μια λιγο χαμηλη αριστερη γωνια. Μετα δεκα μερες ελαβα ακομα μια λευκη σελιδα και της εγραψα για τη γυναικα με το λευκο φορεμα στο σπιτι στο νησι.

Τοτε ηταν που σταματησαν να ερχονται οι λευκες σελιδες για εναμιση μηνα. Αλλα την πρωτη Μαρτιου ελαβα μια εξπρες σταλμενη την ιδια μερα. Καθισα κι εγραψα μια ιστορια που διαδραματιζοταν μια μερα πριν και μια μερα μετα την ιδιοτυπη νηστεια μου και κατα τη γνωμη μου μιμηση της στασης της γυναικας που εψαχνα. Τελειωνα λεγοντας της πως θα μπορουσα να εξακολουθησω αυτη την ασκητικη για παντα εαν επροκειτο να την ξαναδω.

Η επομενη λευκη σελιδα ηρθε γρηγορα.

Εγραψα λιγες γραμμες για μια βολτα μου σ' ενα βουνο, αποκαμωμενος οντας απο το προηγουμενο γραψιμο.

Τοτε οι σελιδες εγιναν τακτικες. Μια καθε τρεις μερες. Εγω τις γεμιζα και τις εστελνα πισω. Και αυτο εξακολουθησε.

Ηταν μια Κυριακη πρωι, ξυπνησα απο τον υπνο μου στο αμαξι. Ειχε συννεφια και μυριζε απο μια βροχη που θα ερχοταν σε λιγο. Ημουνα σε μια επαρχιακη πολη μ'ενα πολυ κλειστο λιμανι οπου κολυμπουσαν παπιες κι εγω τους πεταγα κομματια ψωμι οταν μου περασε σαν αστραπη η σκεψη οτι ηταν πραγματι αυτη και οτι ηταν ηδη δικια μου.


Σχετικά με το blog
Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος.
Εκκλησιαστής Α, 5
Αναζήτηση
Προηγούμενα ’ρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις