Radio Nowhere
Νύν & Αήρ
Λίγα λόγια για εμένα
... λίγα και καλά
(διαβάστε περισσότερα)
Ανθολόγιον
Σύνδεσμοι


Δεκέμβριος 2008
571 αναγνώστες

 

 

Τα ηχεία της σιωπής     1/12/2008

Ο χωρος ηταν μεγαλος, πλατυς.

Οχι αυτο το μακροστενο στυλ που ειχαν τα αλλα ετσι οπως ηταν περιορισμενα απο τα σεπαρε, εκει που κοντουλες, γλυκουλες και αθωες μεσα στο χαμο τους αδειαζαν γελωντας ασταματητα τις τσεπες των Γιαπωνεζων αλλα και των Ελληνων που ξεγελιοντουσαν απο τα κακαριστα και γεματα φρουδες υποσχεσεις “γεια σου ομολφε, τι κανεις?”.
Αυτος ειδε οτι του εδωσαν ενα καθαρο ποτηρι και η κοπελια με τα σφιγμενα χειλια καθισε εναμισυ μετρο μακρια του χωρις να τον κοιταει. Τον αφησε τοσο τοσο ωραια στην ησυχια του.
Του εβαλε μονο ενα σι-ντι να παιζει αντωνης ρεπανης που του ηρθε σα πετρα και τη παρακαλεσε να το αλλαξει και του εβαλε περπινιαδη και τι να κανει συμβιβαστηκε, απ' οτι φαινεται μονο παλιοσείρια ειχανε περασει απο κει περα.
Ηθλιψη του χωρου τον πηρε απ' τα μουτρα. Την ηξερε και την διαβασε ευκολα ετσι οπως ηρθε και καθισε πανω του σαν υγρασια.
Αναδουλειες που ειχαν στεγνωσει τη καρδια του κοριτσιου που μαντευε οτι οταν γελουσε θα ηταν ομορφο. Κατι που ισως τη πικραινε και τη μικραινε κι αλλο.
Της αφησε ενα μικρο μπουρμπουαρ ετσι σαν υποσχεση θα ξαναρθω.
Και την αλλη μερα ξαναπηγε.
Ειχε τεσσερα σι ντι μαζι του.
Τα εβαλε ενα ενα στη σειρα και της ειπε να τη κερασει.
Ηξερε κατι λιγα ελληνικα αλλα της το ξεκοψε. Δεν ηθελε ελληνικα. Αγγλικα ή τιποτα. Ξεκινησαν με τ' αγγλικα και γρηγορα ειδε οτι οι συμβασεις παραηταν μεγαλες και τα παρατησανε. Με εικοσι λεξεις που ηξερε ολες κι ολες τι να πεις.
Ησιωπη δεν τονε πειραζε αναμεσα στα τραγουδια αλλα ενιωθε οτι κατα καποιο τροπο ειχε ηδη σπασει. Μια ηλεκτρισμενη αναμονη που την ενιωθε σα μια μεταλλικη γευση.
Κατι σχεδιαζε σ' ενα χαρτακι. Εγειρε το κεφαλι να το δει καλυτερα. Ενα σπιτι, δεντρα πολλα γυρω ... και συνεχιζε.
Πολυ ωραιο σκιτσο. Γραμμες απαλες, εδιναν μια παιδικη ομορφια.
Ηταν καλη σε αυτο.
Πηρε κι αυτος ενα αλλο χαρτακι και αρχισε.
Αυτη το πιασε στο φτερο.
Ετσι αρχισανε να μιλανε μεσα απο σκιτσακια.
Τα δικα της ητανε καλυτερα. Ταλεντακι. Ειδικα οταν εφτιαχνε ζωακια. Μελισσουλες, γουρουνακια, παπακια που τον εκαναν να ξεκαρδιζεται.
Χαλαρωσε, βρεθηκε σημειο επαφης αριστο. Να γελαει. Αυτο ηθελε.
Καθε μερα ατελειωτοι διαλογοι χωρις ηχο, πανω σε χαρτακια. Ενα πακο μαζεψε.
Μετα λιγο καιρο του φανηκε ο ηχος της μουσικης φτωχος. Πλησιασε και ειδε οτι ο ενισχυτης ητανε μονο λαμπακια που αναβοσβηνανε τα δε ηχεια ητανε μονο για ν' ακουμπανε περιοδικα με φωτογραφιες απο ανορεκτικες κινεζες.
Πηγε την αλλη μερα στο Suningκαι πηρε τα καλυτερα. Ενισχυτη, ηχεια και χρυσα καλωδια. Το τριτροχο σταματησε εξω απο το μαγαζι της σαν μεχρι προτινος ανεργος Αι Βασιλης. Ξεφορτωσε και αυτη τονε κοιταξε με κατι ματια που ποτε πριν δεν ειχαν ανοιξει τοσο. Τα εστησε, τα ατζασταρισε, που και που της χαμογελαγε βιαστικα ομως ετσι οπως τον ειχε πιασει πυρετος να τα κανει ολα τελεια. Ολες αυτες τις μερες ειχε γεμισει και ενα φορητο σκληρο με σαραντα γκιγκαμπάιτ τραγουδια. Απ' ολο το κοσμο.
Ο ιδρωτας στεγνωσε πανω του σαν αναμνηση αυτης της ετοιμασιας. Το βραδυ κανανε πρεμιερα. Μολις εβαλε τον ηχο σχεδον στο τερμα τριξανε τα τζαμια και κατι περιστερια πεταξανε σε αλλα συρματα.
Τοσο χαμογελο ισως δεν το ειχε δει και η ιδια ποτε στο προσωπο της.
Μετα αρχισανε τη κουβεντα τους τη γνωστη με τα χαρτακια και τα σκιτσα. Ηθελε να της πει για τη δουλεια του αλλα αυτη τονε διεκοπτε ολη την ωρα καθως του πεταγε καθε τοσο μπροστα του καρδερινες.
Καποια στιγμη ειδε οτι καποιοι τους κοιταζαν πισω απο τη τζαμαρια.
Πληρωματα που η μουσικη τους τραβαγε σαν το μελι.
Μπηκανε μεσα χοροπηδωντας.
Γυρισε και τη κοιταξε για αν δει οτι δεν πιστευε στα ματια της.
Του'χωσε βιαστικα τα χαρτακια στο χερι και στρωθηκε στη δουλεια “γεια σου ομολφε, τι κανεις?”.
Που και που γυρναγε και του χαμογελαγε.
Αυτος συνεχισε να ζωγραφιζει καραβακια ευτυχισμενος.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
ΜΜαζί                                       2/12/2008

 

Μαζί                   2/12/2008

Σε καποια γιορτη της εταιρειας τη γνωρισε.

Καθοταν μια θεση παραδιπλα αλλα σε μια στιγμη οταν γυρισε ηταν αυτη διπλα του, το κοριτσι που πριν ηταν διπλα του ειχε εξαφανιστει. Εφερε ενα γυρω αλλα δεν την ειδε πουθενα παρόλο που θυμοταν καλα το προσωπο της -πολυ χαριτωμενο- οταν του ειχε ζητησει να της δωσει το αλατι που ηταν κοντα του.
Τωρα διπλα του ηταν αυτη που του χαμογελουσε αμεσως μολις  ενιωθε οτι επεφτε στο οπτικο του πεδιο και πολλες φορες νομισε οτι ειδε αυτη την ελαχιστη στιγμη πριν το ανεκφραστο προσωπο της γινει σε χαμογελο ακριβως εκεινο το μυτερο δευτερολεπτο που εισχωρουσε στο οπτικο του πεδιο. Μετα οταν αρχιζε να τον αγγιζει φευγαλεα με το μπρατσο της πανω στο δικο του δεν εδωσε σημασια αλλα οταν η επαφη αυτη εγινε πιο παρατεταμενη αναγκαστηκε και γυρισε να τη δει με ολο του το προσωπο. Και αυτη του χαμογελουσε. Ηταν ομορφη με ενα τροπο που του ηταν καπως σαν ξενος. Αναγνωριζε την αρμονια σ' ενα προσωπο που ομως περνουσαν πανω του συναισθηματα και σκεψεις που του ηταν τελειως ξενες. Κοιτας καποιον και οι εκφρασεις του κατι σου λενε, μπορεις να εχεις εστω και βασικες αναφορες απο αυτες χαρα, αδιαφορια, ζηλεια, λυπη αλλα αυτης το προσωπο ηταν σα το διετρεχαν αλλα αγνωστα συναισθηματα, αγνωστα του ακομα και ως προς τον ορισμο τους.
Κατι του ειπε, μετα το ονομα της και μετα οτι τον ειχε προσεξει καιρο πριν και ηθελε να τον γνωρισει. Το οτι της αρεσε πολυ δεν το εκρυψε καθολου αλλα αυτος με ενα τροπο περιεργο ενιωθε οτι αυτο ηταν μονο στα λογια της. Πως ειναι να σου λεει μου αρεσεις ενα προσωπο που δεν συσπαται καθολου απ' αυτη την δηλωση και καμια αλλαγη δε γινεται στα ματια, ουτε συστολη, ουτε διαστολη, ουτε κατεβασμα.
Μετα αλλαξαν τηλεφωνα και μετα του ειπε οτι δεν ειχε αντιρρηση να συνεχισουν για ενα καφε οι δυο τους. Λιγο πριν τελειωσει η γιορτη αυτη καπου πηγε και δεν ξαναγυρισε στη θεση της, της εκανε μια κληση που δεν την απαντησε, εφυγε και μονο πολυ αργοτερα οταν κοντευε να τον παρει ο υπνος στο κρεβατι του ελαβε ενα μηνυμα συγνωμη κατι μου ετυχε.
Μετα τρεις μερες την πετυχε σε καποιο διαδρομο στην εταιρεια, οπως πλησιαζαν εκανε μια κινηση να φτιαξει τα μαλλια της σημαδι οτι τον αναγνωρισε. Αυτος κοντοσταθηκε, του χαμογελουσε αλλα μιλησαν μονο τυπικα. Μετα μια ωρα ελαβε ενα μηνυμα οτι τον σκεφτοταν συνεχεια λεει. Κουνησε το κεφαλι του μπερδεμενος. Τα μηνυματα επαναλαμαβανονταν καθε μια ωρα περιπου και ηταν πανω κατω τα ιδια. Αποφασισε και της εστειλε και αυτος ενα ας παμε για ενα ποτο το βραδακι. Του απαντησε ποσο πολυ το ηθελε αλλα δυστυχως αποψε δεν μπορουσε, ισως αυριο. Ενταξει, ειπε αυτος λες και θα μπορουσε να πει και κατι αλλο.
Την αλλη μερα κανενα μηνυμα. Αυτος της εστειλε ενα μονο τι κανεις; αλλα καμια απαντηση δεν ελαβε. Την επομενη της ευχηθηκε καλη μερα αλλα και παλι σιωπη. Το βραδυ ετοιμος να κλεισει το βιβλιο του και να κοιμηθει ελαβε ενα μηνυμα της να το ξερεις σε σκεφτομαι πολυ. Και που να το ξερει;
Το πρωι βρηκε το ε-μέιλ του γεματο ε-καρντς με καρδουλες και ερωτικα τραγουδια. Χαμογελασε.
Ενω δουλευε ηρθε στο τμημα του και του εδωσε ενα τριανταφυλλο αδιαφορωντας τελειως για ολους τους συναδελφους που κοιταζαν και για ολα τα σχολια που θα ακολουθουσαν. Αυτος κολακευμενος δε σκεφτηκε τιποτα και ενεδωσε στην γλυκεια επαρση που το θαρραλεο φλερτ της εγινε μπροστα σε κοινη θεα.
Στις πεντε του εστειλε μηνυμα να φυγουν μαζι.
Την πηρε και πηγαν σε καποιο παραλιακο καφε. Παρηγγειλαν αλλα αυτη ελαβε μια κληση και του ειπε οτι επρεπε να φυγει, κατι επειγον.
Ηπιε το καφε του κοθτωντας προς τη θαλασσα, μετα παραγγειλε κονιακ, μετα κι αλλο κονιακ, μετα κι αλλο.
Συρθηκε στο αυτοκινητο κουτσα στραβα και νιωθοντας πολυ ζαλισμενος σκεφτηκε να παρει εναν υπνακο εκει να ξελαμπικαρει. Οταν ανοιξε τα ματια ηταν μια τα μεταμεσαννυχτα και αυτη καθοταν διπλα του. Του ειπε οτι γυρισε μολις τελειωσε τη δουλεια της αυτο το επειγον, ειδε το αμαξι του, και καθισε διπλα του περιμενοντας να ξυπνησει.
Ζαλισμενος της ειπε να τη παει σπιτι της. Οχι, στο δικο σου του ειπε.
Εβαλε μπροστα και πηγαν σπιτι του.
Τη ρωτησε αν ηθελε ενα ποτο, αυτη ειπε κατι με πορτοκαλι εφτιαξε δυο, οταν γυρισε αυτη ανακατευε τα σι ντι του. Εβαλε μουσικη, καθισαν στο καναπε, ηπιαν και αλλα κατι με πορτοκαλι μαλλον τη φιλησε, το πρωι βρηκε τον εαυτο του να κοιμαται στο καναπε με τα ρουχα του.Πλυθηκε, εφτιαξε ενα καφε, στο τραπεζακι της κουζινας βρηκε ενα σημειωμα. Σ' ευχαριστω, ηταν υπεροχα.Μπορει και να ηταν, σκεφτηκε. Ποιος ξερει;
Πολλα μηνυματα, πολυ ερωτικα ακολουθησαν. Ηταν ξετρελλαμενη μαζι του. Και αυτος το ιδιο, της ελεγε. Αλλα ηξερε οτι κατι αλλο εννοουσαν. Εβγαιναν μαζι, ποτε αυτη εξαφανιζοταν, ποτε αυτον τον επαιρνε ο υπνος και ξυπναγε σε περιεργα μερη που δεν θυμοταν πως πηγε εκει. Μια φορα σε ενα παγκακι μιας πλατειας στην αλλη πλευρα της πολης, μια αλλη εξω απο την πορτα ενος σπιτιου που δεν ηξερε, μια αλλη με το κεφαλι στο τραπεζι ενος καφενειου σ' ενα αγνωστο μερος.
Οι συνηθειες του αλλαξαν. Τα φαγητα του, τα ρουχα του. Μια μερα δεν αναγνωριζε κανενα απο τα σι ντι που ηταν στη δισκοθηκη του.
Ηταν ηρεμος.
Παλια αγχη που ειχε τα ειχε ξεχασει.
Δεν βιαζοταν να παει καπου. Και καμια φορα μαλιστα ειχε την εντυπωση οτι γι αλλου ειχε ξεκινησει. Αυτο συνηθως συνεβαινε τις φορες που τελικα τη συναντουσε. Ξεχνουσε πως το ειχαν κανονισει αλλα την εβλεπε μπροστα του να τον περιμενει και μαλιστα ανυπομονα σα να ειχε αργησει.
Και παντα του ελεγε ποσο υπεροχος ηταν. Πολλες φορες κοιμοντουσαν μαζι και ξυπναγε μονος του, στο καναπε. Δεν ποθουσε αλλες γυναικες, αρα μαλλον κατι εκαναν μαζι, αλλο αν αυτος δεν το θυμοταν. Εβρισκε και σημαδια της επανω του απλως δεν θυμοταν καμια πραξη.
Μονο τα λογια της υπηρχαν να το βεβαιωνουν.
Ησουν υπεροχος εχτες.
Για να το λεει αυτη ετσι θα ειναι σκεφτοταν.
 

※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※

 

 Βαρκάδα με το σκύλο.Αδιάστατη      4/12/2008

 

Στην Alice

Πηρε τον σκυλο και τραβηξε προς τη θαλασσα.
Τον προηγουμενο μηνα παραλιγο να τον εχανε το σκυλο.
Επαθε μορβα και υπεφερε συνεχεια. Βαρεια εβγαινε η αναπνοη του απο το δυο μηνων κουταβι. Δεν εβγαινε ολη μερα μεσα απο τη παντοφλα του, το αγαπημενο του κρεβατι. Κι αυτος να μη μπορει να κοιμηθει καθως ακουγε το ροχθο κι ενιωθε τον πονο του. Τη κοπαναγε απο τη δουλεια και πεταγοτανε καθε διωρο να τον δει. Τα ματια του κουταβιου ειχαν αποκτησει ενα απιστευτο βαθος απο τον πονο που δεν καταλαβαινε. Κτηνιατρος δεν υπηρχε στη πολη αλλα αυτος ξεσηκωσε ολο το ναυπηγειο να του βρουνε ενα γιατρο. Και τα σή τράιαλς ερχοντουσαν οπου ναναι. Τρεις μερες στη θαλασσα πως θα αφηνε το σκυλο μονο του και αρρωστο. Τελικα βρηκανε στη παραδιπλανη πολη. Καθε μερα για μια βδομαδα οδηγαγε μες στη νυχτα να παει το σκυλο να του κανει εισπνοες. Τη σκαπουλαρε. Κι αυτος ανασανε.
Τωρα τον ειδε οτι ο σκυλακος ειχε κουραστει. Εμενε μετρα πισω και επρεπε να τονε περιμενει. Τον πηρε αγκαλια και ο Θωμάς του γλειψε τη μυτη. Ενα πολυ εντονο συναισθημα τον τρανταξε. Του χαιδεψε το κεφαλι και του μιλησε. Ελληνικα. Αυτη ειχε αποφασισει οτι θα ηταν η μητρικη του γλωσσα. Γι αυτο και κομμενες οι επισκεψεις στο σπιτι του. Δεν θ' ακουγε λεξη Αγγλικα ή Κινεζικα ο σκυλος μεχρι να μεγαλωσει και να μαθει τα Ελληνικα καλα. Ετσι τρεις μηνες τωρα κανεις δεν ειχε πατησει. Κι ετσι τωρα πηγαινανε στη θαλασσα.
Φτασανε και ειδε οτι τα νερα ειχανε ανεβει. Ετσι αυτη η βαρκα ητανε τωρα μεσα στο νερο και οχι στη λασπερη αμμουδια. Τη τραβηξε απο το σκοινι κοντα του και με το Θωμα αγκαλια μπηκε μεσα. Τον ακουμπησε διπλα του ελυσε το σκοινι και αρχισε να κανει κουπι. Το σκυλακι φοβισμενο απο το ταρακουνημα κολλησε πανω του. Αφησε το ενα κουπι το εβαλε στη ποδια του και μετα συνεχισε. Ξανοιχτηκαν. Επρεπε να προσεχει ομως. Δεν επρεπε να πεσει πανω στο ρευμα. Ηταν δεκα μετρα πλατυ και θα τονε τραβαγε μεσα βαθεια στον ωκεανο και μετα ... αντιο. Ηξερε οτι αρχιζε καπου τρακοσια μετρα αριστερα απο τις τελευταιες μυδοκαλιεργειες. Τωρα πλησιαζε τις πρωτες. Ειχανε κανει τη θαλασσα ενα τεραστιο περιβολι. Καθε μερα περναγανε και κοβανε τα φρουτα της.
Κινηθηκε με προσοχη αναμεσα. Ενας αλλος κινδυνος θα ηταν να μπλεχτει το τιμονι απο τη βαρκα σε καποιο απο χιλιαδες σχοινια που ηταν τωρα απο κατω του. Τοτε θα εμενε εκει παγιδευμενος. Το να βουτηξει να ξεκολλησει τη βαρκα τον τρομαζε ακομα και σαν ιδεα. Ετσι περασανε σιγα σιγα αναμεσα. Ο σκυλακος ειχε παρει θαρρος τωρα και καθισμενος στα ξυλα τωρα γαυγιζε προς τη θαλασσα και τα μυδια που μεγαλωνανε σιγα σιγα μεσα της.
Αφου περασε και τις τελευταιες καλλιεργειες εκοψε δεξια.
Κωπηλατισε για κανα μισαωρο ακομα και μετα σταματησε.
Εβαλε το Θωμα απεναντι του.
Το σκυλι αναζωογονημενο απο το θαλασσινο αερα ειχε βγαλει το γλωσακι του εξω και τον κοιταγε ολο χαρα ανασαινοντας γρηγορα.
Εκει αρχισε να του μιλαει για διαφορες υποθεσεις. Για προσωπα αλλα και για κατι ζημιες στο καραβι που επρεπε να φτιαχτουν μεσα στη βδομαδα.
Ο σκυλακος τον ακουγε ανασηκωνοντας τ’ αυτια και γερνοντας το κεφαλι πότε απο δω και ποτε απο κει. Οτι πιασεις, του ειπε. Δεν ειναι αναγκη να τα καταλαβεις και ολα.
Καποια στιγμη κι αφου του εξηγησε οσα θυμοτανε σταματησε. Μεινανε ετσι σιωπηλοι κι ακινητοι.
Η θαλασσα λαδι, αυτος και ο σκυλος ακινητοι, η βαρκα αγνωστο τι εκανε και κατα που πηγαινε. Η ορατοτητα δεν ητανε μεγαλη το πολυ πεντακοσα μετρα.
Ησυχια ομως. Απολυτη.
Ποση ωρα περασε? Μιση, μια ωρα.
Τοτε ο σκυλακος αρχισε να τραγουδαει.
Δεν ητανε κλαμμα γιατι δεν ειχε τιποτα το λυπητερο μεσα του.
Αν ειχε θα το καταλαβαινε.
Τραγουδαγε ητανε ολοφανερο.
Τι στο κερατο μπορει να ελεγε?
Τι ωραια που ειναι η θαλασσα, τι ωραιο το αερακι που του γαργαλαγε το εξω απο τ’ αυτια του, την υγρη μυτουλα του και τα μικρα αρχιδακια του.
Ποσο αγαπαγε το αφεντικο του που τον εσωσε απο κεινο το σκατοπραμα που του ‘τρωγε τα σωθικα τοτε και αν γινοτανε να σταματησει να το βλεπει και καθε βραδυ στον υπνο του και αν γινεται το αφεντικο του να μιλαει λιγο πιο αργα γιατι πολλα απο αυτα που ελεγε δεν τα επιανε. Οπως αυτη τη ζημια στο αντλιοστασιο ας πουμε που δε καταλαβε και πολυ καλα που οφειλοτανε.
Τον αφησε να τελειωσει το τραγουδι του.
Μετα επιασε τα κουπια. Επρεπε να προσεχει, το ρευμα ητανε στα δεξια του τωρα.
Μετα λιγη ωρα ειδε τα πρωτα φωτα απο το χωριο. Κεντραρισε το κοκκινο αναβοσβηνον που ηξερε οτι ηταν της κεραιας στο κεντρο του χωριου.
Ο σκυλακος κοιμοτανε στα ποδια του ησυχος.
 
 

Σχετικά με το blog
Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος.
Εκκλησιαστής Α, 5
Αναζήτηση
Προηγούμενα ’ρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις