Radio Nowhere
Νύν & Αήρ
Λίγα λόγια για εμένα
... λίγα και καλά
(διαβάστε περισσότερα)
Ανθολόγιον
Σύνδεσμοι


Νοέμβριος 2008 Β
1122 αναγνώστες

 

 

Μάμασα                       15/11/2008

 
Η μαμασα ειναι το αφεντικο του μπαρ.
Ο μανατζερ για να καταλαβεις.
Γενικα το μαγαζι της ανηκει αλλα υπαρχουν και περιπτωσεις που ειναι κι αυτη υπαλληλος.
Δεν μας ενδιαφερουν αυτες οι περιπτωσεις.
Συνηθως δεν ειναι νεα, νεα οπως οριζεται στο κοσμο της νυχτας τους. Εχει περασει τα τριαντα. Αλλα δεν ειναι και λιγες οι περιπτωσεις ιδιαιτερης καπατσοσυνης ή ενα γερο κελεπουρι που του δαγκωσε βαθεια τη σαρκα κι ετσι μπορεσε κι εκανε το δικο της μπαρ ακομα και στα εικοσιπεντε.
Η λεξη εχει την εννοια του διεθυνοντος αλλα το πρωτο συνθετικο “μάμα” εχει την σημασια που εχει και στη γλωσσα μας. Τα κοριτσια ειναι μικρα και αυτη μεσα σε αυτο το χωρο ειναι η μάμα τους, οποτε και ο χωρος μετεταρεπεται σε σπιτι τους γι αυτες.
Εννοειται οτι αυτη κανει τις προσληψεις, τις απολυσεις και αυτη δινει τον τονο στο στυλ του μαγαζιου.
Αν θελει το κανει μπιστρω και αν θελει κανονικο κωλαδικο. Στο χερι της ειναι.
Δινει οδηγιες στα κοριτσια αν θα πηγαινουν ή οχι με πελατες, για λεφτα ή για το κεφι τους. Η νυχτα ειναι μεγαλη και μπορει να χωρεσει ακομα κι αυτο το βιτσιο. Να κανεις σεξ για το κεφι σου και μονο. Η μάμασα πρεπει ομως να το κραταει υπο ελεγχο. Αλιμονο εαν ερχεται και πηδαει ο καθενας για το κεφι του και τσαμπα. Παει το κλεισαμε το μαγαζι. Η καλυτερη της ειναι τα κοριτσια να εχουν φιλο ανεπροκοπο, που της πιεζει κι αυτος απο τη πλευρα του να συνεχισουν να δουλευουν και να δουλευονται.
Το μαγαζι μπορει να ειναι μιας εκ των εξης δυο κατευθυνσεων: μαγαζι ποτου ή μαγαζι σεξ. Με ολο το δυναμικο συνεχες να καλυπτει το χωρο αναμεσα στα δυο ακρα.
Στο ενα ακρο τα κοριτσια πινουν μαζι σου, τις κερνας ποτα κανονικα και φτηνα, απο μπυρες μεχρι μπακαρντια ενα με δυο δολλαρια εκαστο, που το πινουν ολο, μεθανε και κανουν κεφι και σε κανουν και σενα να γελας ετσι οπως γινονται ομορφα καραγκιοζακια.
Στο αλλο ακρο το ποτο ειναι μονο το προσχημα. Το απολυτο ζητουμενο ειναι το σεξ. Μεσω παλι του ποτου που τις κερνας αλλα δεν το πινουν, το ποτηρι τους αδειαζει γρηγορα χρησιμοποιωντας το κολπο με το καλαμακι και το δευτερο μισοαδειο ποτηρι που γεμιζει σιγα σιγα καθως αδειαζει το κυριο, σε μαδανε πιο γρηγορα με την αοριστη υποσχεση οτι στο τελος θα πηδηξεις. Υποσχεση που σε πλειστες περιπτωσεις επιβεβαιωνεται. Εδω ειναι η γη της ευκολιας. Ολα πρεπει να βρισκουν την ικανοποιηση τους, ειδικα αν ανοιξεις μπουκαλι.
Λοιπον σε ποιο σημειο του συνεχους αυτου ειναι το μπαρ το κανονιζει η θεληση της μάμασα.
Τα κοριτσια ακολουθουν τη βουληση της. Ετσι γινεται και ετσι θα γινεται.
Στο πρωτο ακρο βγαζουν λιγοτερα, πα;ραμενουν σχετικα ανεπαφα κανοντας το κεφι τους, χαλανε ομως γρηγοροτερα το συκωτι τους, καθως εχοντας ποσοστο απο τα ποτα που καταναλωνονται πρπει να πινουν οσο μπορουν και δε μπορουν καθε βραδυ, μεθωντας και εξελισσομενες σε αλκοολικες απο τα εικοσιδυο τους. Στα μαγαζια αυτης της κατηγοριας που πανε καλα τα κοριτσια ειναι πιτα καθε μερα και τις εφτα μερες της εβδομαδας. Κοιμουνται στις τρεις καθε μερα και ξυπνανε το μεσημερι. Η φθορα φυσικα ειναι ραγδαια αλλα δε φαινεται καθως τα πλουσια αμινοξεα τους προβαλλουν ακομα σθεναρη αντισταση στις τοξινες της νυχτας. Χαμενο παιχνιδι βεβαια.
Η μάμασα πιεζει ειτε μαλακα ειτε πιο αγρια να πινουν κι αλλο. Εκμαυλιζοντας τες με ευκολο χρημα αλλα και με το διλλημα Ωραια θα φυγεις απο δω, αλλα πες μου που θα πας και τι θα κανεις. Αυτες εχοντας δει τα φωτα, τα γλυκερα τραγουδια,
τη πιστή καθημερινη παρηγορια του ποτού στο αιμα,
καποια πραγματικα ωραια γλεντια που εχουν γινει λενε χιλια καλυτερα εδω παρα στη φαμπρικα.
Γενικα η μάμασα δεν πιεζει κανενα κοριτσι να πηγαινει με τον ενα και τον αλλο. Εχοντας καει κι αυτη στο παρλθον απο τετοια ξερει οτι καλυτερη πρακτικη απ' ολες ειναι να τους πει Θα πας μονο εαν θες κι εσυ. Αν ο τυπος σου αρεσει.Οποτε τα κοριτσια μεσω του νομου τηε προσφορας και της ζητησης πραττουν αναλογως.
Μια σκληρη μάμασα δεν εχει τυχη. Τα κοριτσια θα την παρατησουν να μεθαει και να πηδιεται μονη της για να ζησει. Πολλες την εχουν πατησει ετσι. Πρεπει να τις εκμεταλευτει στη πιο καλη τους ηλικια, ετσι πρεπει να γινει κατι σαν πραγματικη τους μάμα εκει περα. Τα κοριτσια πρεπει να την αγαπουν, να την εμπιστευονται, να δεχονατι τις συμβουλες της πως ν' αποφευγει τους “ψευτογαμπρους”, να μη την κλεβουν, να δεχονται να πιουν ενα ποτο ακομα και οταν μεσα στο κεφαλι τους εχουν αρχισει να σκανε πυροτεχνηματα. Μια κακη μάμασα αργα ή γρηγορα θα χασει τις καλυτερες και θα μεινει με τις αζητητες. Η προιούσα καταθλιψη των οποιων θα ερθει να προστεθει σε αυτη της αναδουλειας και το αλλοτε γαμιστερο μπαρ θα βουλιαξει στη παρακμη του.
Περα απο τις σωστες τακτικες διαχειρισης υπαρχει ομως και ο πραγματικος χαρακτηρας των μαμασάδων. Δεν ειναι ολες στυγνες επιχειρηματιες. Δεν εχουν σκοπο να κλεψουν περισσοτερο παρα μονο την αποδοχη σου οτι εδω ειναι το μερος που θα περνας καλα οταν ερχεσαι. Ειναι απλα η δουλεια τους. Δεν εξαπατουν. Ειναι κι αυτες υποκειμενα αυτου του συναισθηματικου πηγαινέλα της νυχτας. Ποσες φορες πρεπει να καταπιουν τη πικρα τους και τη ζηλεια τους που ενας ωραιος πελατης δινει σημασια μονο στη νεαρη που μολις εφερε και αυτη την εχει γραμμενη. Εχουν ομως τη πειρα τους σα καλυτερο φιλο. Βλεπεις εχουν φαει τοσες φορες τη σκονη ωραιων, πλουσιων και ανετων ανδρων που ξερουν πολυ καλα οτι το παιχνιδι ειναι στημενο και απο τις δυο πλευρες. Ποτε δεν θα ξεχασω την ιστορια της Χαρού στη Ματσουσάκα, μάμασα στο καλυτερο μπαρ της πολης, που οταν εφυγε ο Πετρος με το καραβι του μετα ενα μηνα που εμειναν καθε βραδυ μαζι, κλειστηκε στο δωματιο της μονο με τα υπνωτικα χαπια διπλα της και κατι μπουκαλια νερο και ετσι την εβγαλε τεσσερις μερες, τεχνητα κοιμισμενη για να ξεπερασει το πονο της. Ηταν ο τροπος της να λεει αντιο σε αυτον που μια φορα το χρονο πιστευε και δε μπορουσε να κανει αλλιως. Τωρα ηταν ο Πετρος, του χρονου αλλος. Τα χαπια εκει παντως. Ελπιζω και το νερο.
Τα κοριτσια καποια στιγμη διαπιστωνουν οτι μονο δυο διεξοδους εχουν. Την σχεδον ουτοπικη να καταφερουν ν' αγαπηθουν απο καποιον πελατη, κατα προτιμηση ξενο, τοσο δυνατα που αυτος θα μπορεσει να ξεπερασει τα ταμπου του οτι τις γνωρισε σε μπαρ και να τις βγαλει απο κει ή ακομα και να τις παντρευτει.
Και την αλλη τη διεξοδο την αρκετα εφικτη, να γινουν κι αυτες μάμασα. Εχουν ομως το τσαγανο? Θα προλαβει να τις διαλυσει πρωτα το ποτο ή καποιος Πετρος που ερχεται και φευγει αφηνοντας τες μονες πισω απο ενα παγκο σ'ενα μαγαζι που τωρα μοιαζει πιο σκοτεινο απ' οτι πριν
παρ' ολα τα αναμμενα φωτα του?
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Τα καινούρια της ρούχα         17/11/2008
Στη Νατάσα
 
Τελευταια την εβλεπε να ξανακυκλοφορει στη πολη.
Που ειχε κρυφτει τεσσερις μηνες σα ποντικι δεν ηξερε και δε ρωταγε γιατι ηξερε οτι θα τον ποναγε σα χαλασμενο σφραγισμα.
Την ειχε δει δυο τρεις φορες ακομα με τα ρουχα που της ειχε παρει αυτος. Τα ιδια τα περσινα. Και κοβοτανε η ψυχη του. Γαμω το κερατο της μεσα, ουτε ρουχα δεν ειχε να παρει πια. Δε ντρεποτανε να γυρναει με τα περσινα και τα προπερσινα τα δικα του?
Πριν μια βδομαδα ενας μαλακας Ελληνας καμαρωνε σα γυφτικο σκεπαρνι δειχνοντας σε μια μάμασα στο κινητο του τη φωτογραφια της στο δωματιο του στο ξενοδοχειο. Παγωσε οταν αυτη του τα ειπε μ'ενα υφος εγω σου τάλεγακαι του κοπηκε η ανασα. Εγινε λιωμα, πηγε σπιτι εφτιαξε στα γρηγορα ενα λογαριασμο στο yahooτην ειπε πουτανα και καριολα και ξεσκισμενη και μια αγρια χαρα τον κατεκλυσε που εγινε τοσο βαρεια αργοτερα αλλα ο υπνος τον εσωσε.
Το πρωι που ξυπνησε με το κεφαλι σα πετρα η πρωτη του σκεψη που τον τυραννισε και ολη τη μερα ητανε τα ρουχα της. Δε μπορουσε να πιστεψει πρωτα οτι ητανε τοσο χαλια οικονομικα που δεν ειχε να παρει αλλα και μετα οτι ειχε τετοια ξεδιαντροπιά να γυρναει με αυτα μεσα στη πολη.
Μετα ανακαλεσε την εικονα τους και τη βρηκε πολυ πιο αδυνατη απ΄οτι ποτε θυμοταν. Γαμωτο, τοσο χαλια ηταν?
Του ειχαν πει οτι στο μπαρ της δε παταγε ψυχη πλεον. Μαλλον ετσι
εξηγειται που δεχτηκε και πηγε και στο δωματιο εκεινου του μαλακα που τωρα γυρναγε στη πολη και τη ξεφτιλιζε για να δειξει ποσο μαγκας ειναι. Ελληνες, τι περιμενεις?
Κι αυτη τη διαολο ηθελε? Ητανε τοσο χαλια ή το εκανε επιτηδες να γυρναει ετσι περιφεροντας τη παλια εικονα της μπροστα στα ματια του?
Του 'κανε τη καρδια κομματακια. Παρε καινουρια ρουχα ρε γαμωτο! Ολο αυτο σκεφτοτανε. Μεχρι που του 'ρθε να παει ν' αγορασει καμια δεκαρια και να τ' αφησει στη πορτα του κλειστου της μπαρ. Δεν το 'κανε μονο και μονο γιατι επρεπε να τη σκεφτεται την ωρα που θα τ' αγοραζε. Θα επρεπε να σκεφτεται το σωμα της, τις αγαπημενες ατελειες της, το υψος της, το σχημα των ποδιων της. Και το δερμα.
Και δεν το εκανε. Αλλα μεσα του παρακαλουσε. Κατι να γινει και να βρει λεφτα να βρει καινουρια ρουχα. Και η φτωχεια της τον ποναγε και ο εξευτελισμος της στα ματια του. Επιτηδες το εκανε ή ειχε χασει καθε τσιπα. Κι αυτος ποναγε.
Και μετα ητανε Πεμπτη. Μεταξυ εξι κι εφτα το απογευμα.
Εσκασε μυτη στα Σταρμπακς μ' ενα ταγιερακι και μποτες ψηλοτακουνες. Για δευτερολεπτα ο χρονος εμεινε ακινητος σα να μην ηξερε πως να μετραει.
Ητανε υπεροχη. Δυνατη και υπεροχη.
Τρελλαθηκε.
Που τα βρηκε αυτα τα ρουχα γαμωτη μου?
Αρχισε τις βιζιτες το κωλοπαιδο.
Εμ πως αλλιως. Το κερατο της μεσα. Καμια τσιπα.
Παιρνοτανε με το καθε κομπλεξικο. Τετοιος ξεπεσμος πια!
Και ειχε το θρασος να μοστραρει τα λαφυρα της ντροπης της ολογυρα.
Μανια τον επιασε. Ηθελε να σηκωθει να τη πλακωσει στο ξυλο. Ξεφτιλισμενη.
Ολες τις επομενες μερες αυτο σκεφτοτανε.
Δε το χωραγε το μυαλο του.
Τον επνιγε αυτο που αν δεν ητανε δικιο ητανε τα λογια της αλλης αυτο το εγω σου τα 'λεγα σα καρφι στο ματι. Αλλα ητανε δικιο.
Πανω απ' ολα ητανε δικιο. Το δικιο του.
Και τη φτωχεια της ξεχασε που τον ποναγε πριν και την αναδουλεια της που τον ποναγε περισσοτερο. Αυτη η εικονα μονη της στο μπαρ να περιμενει ενα πελατη να τη βγαλει και σημερα που τον ειχε τρελανει τη ξεχασε.
Το κερατο της.
Μετα τρεις μερες ταλαιπωριας τη ξαναειδε.
Με αλλα ρουχα. Παλι καινουρια.
Ποιονε μαδαγε τωρα η καριολα.
Ποιανου επινε το αιμα και παγωνε το δικο του?
Η μανια του ειχε βαρεσει βυσινι. Το παντοδυναμο πηγουνι της σηκωμενο πανω απο μια φανταστικη ροζ μοχερ. Μαυρη μινι φουστα. Καλσον. Οι μποτες που το τακουνι τους στηριζοτανε κατευθειαν σε μια αρτεσιανη του φλεβα. Θανατος.
Σκοτεινιασε. Μα καλα ως που ειχε φτασει? Το ειχε κανει επαγγελμα?
Αυτον δεν τον σκεφτοτανε? Τοσο πισω τον ειχε αφησει?
Ενιωθε πως τον εβλεπε χωρις να τον κοιταει.
Ενιωθε πως του πεταγε τα καινουρια της ρουχα στα μουτρα. Ενα να ρε μαλακα δες μπορω και μονη μου.
Σκοτεινιασε. Μελανωσε μεσα του. Παρακαλαγε να ερθει προς το μερος του να του πει ενα γεια για να τονε τιμωρησει και τοτε αυτος να σηκωθει να της αστραψει ενα χαστουκι να το ακουσει ολο το Σταρμπακς. Μονο αυτο ηθελε.
Και σηκωθηκε. Γυρισε αλλου το κεφαλι του να προφυλαχτει απο τον εαυτο του. Δεν αντεξε να τη κοιταει να πλησιαζει. Μολις ειχε περασε δυο βηματα απο μπροστα του γυρισε σαν απο μονο του το κεφαλι του.
Αυτη τη φουστα την ηξερε. Την ειχε φορεσει ακομα και καλοκαιρι με πεδιλα. Και τωρα ητανε Νοεμβριος. Και απο την υπεροχη μοχερ που τονιζε το πηγουνι της ειδε οτι εφευγαν κατι κλωστες ξεφτια απο δω κι απο κει και τοτε τη θυμηθηκε κι αυτη απο τις πρωτες αποσκευες της.
Εκλεισε τα ματια.
Τα εσφιξε δυνατα.
Περιμενε να νιωσει οτι δεν ηταν πλεον εκει.
Τα ανοιξε, την ειδε να στριβει στη γωνια.
Πριν προλαβει να χαθει η ακρη της γνωστης του μαυρης μινι φουστας προλαβε να της πει ενα συγνωμη που το πιστευε και ηθελε να φτασει οσο πιο μεσα της γινόταν.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
 
Μικρός ύπνος                   19/11/2008
 
Βρισκεις ενα μερος που θα σ' αρεσει να το δεις μολις ξυπνησεις.
Καλο ειναι να κοιμασαι ακουγοντας το βουητο του ωκεανου αλλα υπαρχει περιπτωση να ξυπνησεις μεσα σε μια σκοτεινια και ν' αγριευτεις. Πρεπει η νυχτα να ειναι καθαρη, το να δεις τ' αστερια ή το φεγγαρι οταν ξυπνησεις ειναι κατι που βοηθαει.
Εαν εχει ομιχλη γνωμη μου ειναι να τον αποφευγεις τον ωκεανο.
Τα παρκινγκ χωρις να ειναι ασχημα μπορει να οδηγησουν σε ανεπιθυμητα ξυπνηματα απο καποιο αμαξι που θα ερθει διπλα σου, ασε που δε θες κανενας περιεργος να κοιταξει απο το τζαμι μεσα. Ενας μεγαλος φοβος ειναι ν' αντικρυσεις ενα προσωπο να σε κοιταει οταν ξυπνας. Ειναι και επικινδυνο.
Περιοχες με πολλα δεντρα γυρω παλι δεν ενδεικνυνται γιατι καλο ειναι να μπορεις να επιβλεπεις ανα πασα στιγμη ολο το χωρο γυρω σου.
Τελευταια μου αρεσει ακριβως εξω απο το εστιατοριο που πηγαινω συχνα. Ετσι μολις ξυπνησω εχω και τουαλετα και μπορω να χτυπησω κι ενα φράιντ ράιζ με λαχανικα και τσιλι.
Κανεις το καθισμα πισω και βγαζεις τα παπουτσια. Η ιδεα οτι τα παπουτσια μου ειναι ακριβως διπλα στα ποδια μου μου δινει ενα ζεστο συναισθημα. Καμια φορα βαζω και μουσικη στο μινιμουμ βόλιουμ βεβαια. Τη μουσικη πρεπει να την εχεις διαλεξει απο πριν να μην εχει ξεσπασματα. Οχι ραδιοφωνο.
Βγαζεις το μπουφαν και το χρησιμοποιεις σα κουβερτα.
Χρησιμοποιεις κατι σαν κασκολ να σκεπασεις τα ματια και ν' αποφυγεις ειτε το φως της ημερας ειτε τα φωτα καποιου περαστικου αυτοκινητου. Εξαιρετικες υπηρεσιες μου παρεχει ενα με πολυ μαλακο υφασμα δωρο απο τ' ανιψια μου.
Ξεκουμπωνεις τη ζωνη και τα κουμπια μπροστα. Δε χρειαζεται ολα. Το πολυ τρια ειναι αρκετο. Μη ξεχασεις να τα κουμπωσεις ολα ομως οταν ξυπνησεις. Δε χρειαζεται να γινεις και ρεζιλι.
Βασικο ειναι να μη την πεσεις σε μερος που συχναζουν γνωστοι. Αν σε δουν ή θα στεναχωρηθουν ή θα σε περασουν για τρελλο. Ασε που κι εσυ θα ντραπεις.
Σε λιγο το καθισμα γινεται φωλια και ο μικρος χωρος προσφερει μια οικειοτητα με χαρακτηριστικα αποκαλυψης.
Η καλυτερη σου ειναι ν' αρχισει να βρεχει. Τοτε ολο το αμαξι τραγουδαει για σενα. Αλλιως ειναι ο ηχος στην οροφη, αλλιως στο μπροστινο τζαμι και αλλιως στο καπω. Εγω ειμαι τυχερος κι εχω και ηλιοροφη. Ετσι μπορω και βλεπω τις σταγονες οπως πεφτουν κατακορυφα και σταματουν λιγο πανω απο τα ματια μου. Καποιες βροχες με χοντρες σταγονες ειναι θειο δωρο.
Περυσι το Φεβρουαριο επιασε ενα χιονι ετσι οπως κοιμομουνα. Μολις ξυπνησα ενα ασημι λευκο ειχε γεμισει το χωρο. Καταπληκτος εμεινα και σχεδον μου 'ρθαν δακρυα απο το θεαμα. Σαν ο κοσμος να εξαφανιστηκε ή να μικρυνε σε βαθμο απροσδιοριστο. Ημουνα σε μια ανοιχτη αλανα. Ανοιξα τη πορτα, πατησα εξω και αντικρυσα τη λευκη ερημια.
Μια αλλη φορα ενω κοιμομουνα επιασε μια ανοιξιατικη ομιχλη. Ο καιρος ηταν ζεστος και ειχα την ηλιοροφη ανοιχτη. Οταν ανοιξα τα ματια η ομιχλη εμπαινε κι εβγαινε μεσα στο αμαξι σα στο σπιτι της. Στα μαγουλα και στο μετωπο μου ειχε καθισει ενα λεπτο στρωμα αχνης. Απο καπου εσταζαν αργα καποιες σταγονες στο καρπο μου. Σηκωσα αργα τα χερια και αρχισα να γραφω κυκλακια με το δαχτυλο στην ομιχλη.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Πόσα αργύρια?                     22/11/2008
 
Σκοτεινιαζει.
Η πολη δεν αναβει τα φωτα της. Ειναι Σαββατο και δε θελει να πυρποληθει. Ας τα βγαλει περα ο καθενας μονος του. Τι θα πει κριση και ποιος κρινεται;
Σκεφτοταν τι εκανε πριν ξεσπασει η κριση και πως αξιοποιησε ολο το πλουτο που βρεθηκε να εχει αυτα τα πεντε χρονια.
Θελει να τραβηξει τα μαλλια του και να χτυπησει δυνατα το κεφαλι του για τις συμφορες που υπεβαλλε στον εαυτο του και τους γυρω του εξαιτιας του.
Εβγαλε καινουριο δερμα που τωρα τον σφιγγει και θελει να βγει απο πανω του.
Ασε που δημιουργησε εθισμους που τωρα του λειπουν.
Αυτος ο σατανας, αυτο το εξωτικο πουλι του παθους, η Γιάο Γιάο που βρωμοκοπαει ολοκληρη αυτο το γιασεμι που τον τρελαινει θα τον παρατησει αμα σταματησει τα δωρα του.
Συνεχως σκεφτεται απο που αλλου να κοψει για να κρατησει κοντα του αυτο το πανεμορφο ζωακι που μονο να ζηταει ξερει.
Αν ειναι εστω και λιγο λογικος απο κει πρεπει να αρχισει να περικοβει τα εξοδα του για να τη βγαλει αυτα τα δυο κρισιμα χρονια.
Λενε δυο αλλα αυτος ξερει οτι θα ειναι δωδεκα.
Και θα ειναι τα καλυτερα του. Θα ειναι πενηντα οταν αρχισει να φαινεται παλι φως και αυτη τριανταπεντε και ξεσκισμενη απο αλλους πιο εξυπνους ή πιο τυχερους απ΄ αυτον που την εβγαλαν καθαρη.
Τι να κανει?
Αυτη δεν ξερει ακομα ποσα εχει χασει.
Να την παντρευτει οσο ακομα τον νομιζει στα πανω του?
Σιγα μη του βγει σε καλο η τρελλα της ομως. Ασε που μπορει να χασει περισσοτερα εχοντας τη συνεχως μπροστα του και απαιτωντας. Ασε που ο ερωτας τους ξερει οτι δε μπορει να κρατησει μακρια απο τα καραοκια και τα ακριβα μαγαζια. Ουτε στο φως της μερας καν δε μπορει να σταθει.
Να της κανει ενα παιδι για να τη δεσει?
Κι αν τον παρατησει και του το αφησει κιολας αμανατι?
Να της μιλησει την αληθεια να δει την αντιδραση της?
Μπορει και να τον αγαπαει λιγο και να μεινει μαζι του.
Μονο αυτο μπορει να κανει τελικα. Ας το ξεκαθαρισει ετσι.
Οσο το κραταει τοσο βασανιζεται.
Παιρνει και κλεινει τραπεζι στο αγαπημενο τους εστιατοριο.
Αυτο στο πεντηκοστο και τελευταιο οροφο που γυριζει αργα γυρω γυρω και εχουν ολη τη Σαγκάη στα ποδια τους.
Αυτο που θελει τα μηνιατικα δεκα υπαλληλων του για ενα δειπνο με κρασι.
Πρεπει να της δειξει οτι δεν ειναι τοσο σοβαρα τα πραγματα ομως. Να την κανει να πιστεψει οτι η ωραια τους ζωη θα συνεχιστει σχεδον η ιδια.
Πανε εκει στις οχτω. Ειναι μια θεα παναθεμα τη. Αυτοκρατορισα της νυχτας και της Κινας ολης. Αφηνονται στις γευσεις και το Γαλλικο κρασι τον χαλαρωνει. Του ερχεται το κεφι του και η ευστροφια και το χιουμορ του ανθιζει και νιωθει οτι τη γοητευει παλι και τη κανει δικια του. Δικια του. Δικια του. Κανεις δεν θα του τη παρει. Γιάο Γιάο, λωτε μου, γιασεμι και μεταξι μου σκεφτεται και λιωνει απο την ομορφια της ετσι οπως τα κερια απαλυνουν ακομα περισσοτερο τις γραμμες του προσωπου της. Ειναι ευτυχισμενος και της λεει να συνεχισουν στον Μυστικο Δρακο για καραοκε και σαμπανια. Κλεινει απο το κινητο το καλυτερο δωματιο το Ανοιξη στο Σετσουάν, εικοσι μηνιατικα.
Τον κραταει απο το χερι καθως πηγαινουν προς την εξοδο και γευεται σε μεγαλες γουλιες το θαυμασμο και των φθονο των ανδρων που τους κοιταζουν.
Δινει τη χρυση του καρτα να πληρωσει.
Της χαμογελαει και αυτη παρασυρμενη και μισομεθυσμενη του δινει ενα φιλι στο μαγουλο. Γελωντας ακομα γυριζει και βλεπει τον ταμια που τον κοιταζει ερωτηματικα. Κυριε Γουανγκ, η καρτα σας δεν περναει του λεει. Το χαμογελο του παγωνει και ολο του το αιμα νιωθει να φευγει απο το προσωπο του και να μαζευεται μεσα στα παπουτσια του. Κατι παει να ψελισει αλλα δε ξερει τι.
Μεσα στη ξαφνικη ζαλη ουτε που καταλαβαινει οτι αυτη δεν του κραταει πια το χερι. Γυριζει να της πει κατι σα συγνωμη θα σου εξηγησω και δεν ειναι κανενας διπλα του.
Βγαζει το μαντηλι του και σκουπιζει ενα κυμα ιδρωτα που του σαρωσε το προσωπο. Στο υγρο πια μαντηλι ισα που βλεπει το κοκκιναδι απο το κραγιον της και απο το για παντα τελευταιο της φιλί.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Love Story                          25/11/2008
 
 
Tον πηρε τηλεφωνο και τα πρωτα της λογια ητανε
πειναω”.
τι ειπες; δε καταλαβα” της ειπε αυτος.
πειναω, εχω δυο μερες να φαω, και τη τελευταια μερα εφαγα ενα κομματι ψωμι. πειναω, δε ξερω τι να κανω”
γιατι ρε παιδακι μου”
το εργοστασιο εκλεισε, δε μας δωσανε τιποτα. στειλαμε κατι παιχνιδια στη αμερικη που κατι προβλημα ειχανε και απο τοτε δεν ειχαμε καμια παραγγελια. δεν εχω ουτε ενα γιουαν. δε ξερω τι να κανω. θα εβγαινα εξω να κατσω να με γαμησουνε για να φαω αλλα κανενας δεν εχει φραγκο, οποτε ξεχνανε οτι θελουνε και να γαμησουνε, και λεφτα για να παρω λεωφορειο να παω στο κεντρο δεν εχω. σκεφτηκα να κατσω να με γαμησουνε στα γρηγορα για να παρω το λεωφορειο να παω στο κεντρο και κει να κατσω να με γαμησουνε για πιο πολλα κει περα αλλα ουτε αυτο γινεται. πως να το κανω? τι να πω? γαμησε με και βαλε με στο λεωφορειο?”
μα τι λες τωρα? τι εγινε?”
σου ειπα ρε μαλακα αλλα δεν ακους. το εγοστασιο εκλεισε. δε πηραμε γιουαν. κανενας εδω στο Καφατσου δεν εχει ενα γιουαν”
και τι θα κανεις τωρα?”
σε πηρα τηλεφωνο ρε μαλακα να μου πεις”
και τι θες να κανω εγω?”
να μου στειλεις λεφτα ρε μαλακα. ποσα εχεις?”
τι ποσα εχω?”
καθαρα σε ρωταω ρε μαλακα. ποσα λεφτα εχεις?”
συνολο? ή πανω μου”
δε με νοιαζει που τα εχεις ρε μαλακα. ποσα εχεις? καποτε με γαμαγες εσυ και μου 'λεγες σ' αγαπαω, και σου 'λεγα ενταξει κι εγω, και μετα κατι εγινε, και μετα κατι αλλο, και μετα κατι αλλο και τωρα εσυ εισαι κει περα που εισαι κι εγω εδω κατω και πειναω, δεν εχω φαει τιποτα δυο μερες, το γαμημενο το εργοστασιο εκλεισε, εφτακοσα γιουαν το μηνα παιρναμε, ηδη χρωσταω απο το προηγουμενο μηνα. πεινάαααω το καταλαβαινεις ή οχι?”
μα τι θες να κανω, εχει περασει τοσος καιρος.”
τι σημασια εχει ο καιρος ρε μαλακα. τι θες? να πεθανω απο τη πεινα? ή να παω με τα ποδια στη πολη να κατσω να με γαμησουνε κει περα για δεκα γιουαν? μεχρι να φτασω θα ψοφησω ασε που μπορει να εχουνε τελειωσει τα λεφτα κι εκει περα. και τι να παρω με δεκα γιουαν; ενα ψωμακι; ετσι θα το κανω τωρα; γαμησι-ψωμακι? γαμησι-ψωμακι;”
ποσα να σου στειλω?”
τι ποσα ρε μαλακα? οσα μπορεις. μαλακα, ε μαλακα”
 
 
* 1 δολλάριο=6.8 γιουάν
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Μη κλαίς ρε μαλάκα, σ' αγαπάω     26/11/2008
 
Σημερα ολες κλαιγανε.
Η Αθηνά πρωτα πρωτα. Σα χελωνα που τη γυρισανε αναποδα.
Και που να ξερει τι θα γινει?
Θα ρθει κανενας να τη φερει στο κανονικο, στο ορθιο?
'η θα μεινει μονη της μες στην απελπισια να κουναει τα ποδαρακια της στον αερα σε μια γωνια αυτου του δασους?
Ρε μη φοβασαι εγω ειμαι δω.
Να της λεω και να της ξαναλεω.
Τιποτα ή πολυ λιγο.
Ασημαντο. Ή οχι αρκετο.
 
Η Τασουλα.
Μηνυματα. Ελα. Ελα. Ελα.
Πηγα. Θελω κρασι κοκκινο. Παρε. Ηπιε δυο μονορουφι. Εκλαψε σαν ορφανο. Και μετα αλλα δυο ποτηρια και μετα με αφησε να πιω τα υπολοιπα. Υπακουσα. Την εβλεπα απο την αλλη ακρη να γελαει και μολις συναντουσε το βλεμμα μου να ξανακλαιει σα χαζο.
Οτι εγινε εγινε.
Και πειραζει.
 
Η Λι Λι γελαει απεναντι με τον Αμερικανο που ειναι νεος στη μικρη μας κολαση και δε ξερει.
Αμα πιασει αυτη τη μικροελαχιστη υστερια την κρυμμενη μεσα στο γελιο της θα υποψιαστει. Προς το παρον θελει μονο να τη πηδηξει. Ενταξει θα γινει κι αυτο. Αλλα μετα εδω ειμαστε και θα το δεις.
Μετα απο τρεις βδομαδες θ' αλλαζεις στενο οταν τη βλεπεις.
Γιατι?
Θα δεις.
Ασε, θα το δεις μονος σου.
 
Τι αλλο...
Η Λου Λου. Κλαιει.
Ειναι μωρο ακομα. Μπορει να ξεσκιζει εκατονταδες χωρις να το ξερει αλλα αυτος ο ενας μπορει να τη κανει κομματακια. Και αυτο τη νοιαζει. Και αυτο μετραει.
 
Αποψε ολες κλαινε.
Κερναω ποτα, τους γελαω, τους λεω οτι εχουνε τα καλυτερα βυζια στη Κινα αλλα αυτες τιποτα.
Θελουνε να κλαψουνε.
Το σεβομαι λιγοτερο απ' οτι το καταλαβαινω.
Μη κλαις.
Μη κλαις ... πως το λενε.
Μεχρι τωρα εχετε γονατισει χιλιαδες.
Σημερα γονατισατε ολες μαζι. Ετυχε.
Δε φταιτε εσεις. Το φεγγαρι σας φταιει.
Σημερα ολες κλαιγανε.
Δε προλαβαινα να λεω δε πειραζει.
Να λεω αυριο θα ειναι αλιως και κουραγιο και ... και ...
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Μιά βόλτα στα ρηχά*               29/11/2008
Στην Απολογία
 
Ξυπναει στις ενιάμιση, πινει μισο καφε κοιτωντας τον ωκεανο και τα πυκνα συννεφα.
Ξαφνικα νιωθει κουρασμενος απο τη σκεψη οτι δεν θελει να παει πουθενα και οτι τιποτα δεν του αρεσει.
Και ξανακοιμαται.
Ξυπναει στις δωδεκα και αποτελειωνει τον κρυο πια καφε.
Για καποιο αγνωστο λογο αισθανεται πιο ελαφρος τωρα.
Ισως μια υποθεση μεσα του να χρειαζοταν αυτες τις επιπλεον δυο ωριτσες υπνου για να λυθει.
Δεν μπορει να το εντοπισει που. Ισως στο συκωτι του, ισως στη καρδια του ισως στο μυαλο του σε ενα κρυφο αλλα με επιρροη σημειο.
Σημασια εχει οτι τωρα ειναι καλα.
Στο δρομο του ανθρωποι ντυμενοι με χοντρα ρουχα του χαμογελουν απορημενα βλεποντας τον με το κοντομανικο. Τους βαριεται εχοντας γυμναστει να παραβλεπει τη παιδικοτητα στη ματιά τους.
Ψαραδες του Σαββατου εχουν παραταξει τα καλαμια στη σειρα μιλανε στο κινητο, τρωνε κρυα νουντλς ή πινουν ζεστες μπυρες.
Ρουχα παλια, χρωματα μουντα, ολο μαυρο και καφε και μπλε σκουρο. Τιποτ' αλλο.
Προσωπα μαυριδερα σε τονο απλυτου. Περιεργες γραμμες προσωπου χαραγμενες απο τη φτωχη διατροφη και τη σκληρη δουλεια. Δοντια στραβα. Κιτρινισμενα. Μαλλια λαδωμενα. Αν περασει κοντα διπλα σε καποιον του 'ρχεται αυτη η γνωστη μυρωδια που τον φλομωνει. Ειναι απο τα τοσα μπαχαρικα που μυριζει το δερμα πλεον. Πιστευει οτι αρχισαν να τα βαζουν παλια για να καλυψουν τις μυρωδιες απο την ελαφρια ή οχι σηψη των τροφιμων. Μετα αυτες εγιναν οι γευσεις που τους μεγαλωσαν και μετα εμειναν και τωρα δεν κανουν χωρις αυτες. Το μπανιο με κρυο νερο μια φορα τη βδομαδα ή τις δυο δε μπορει να σκοτωσει αυτες τις μυρωδιες. Μια μη ελεγχομενη μικρη αποστροφη που εχει ηδη βγαλει ριζες μεσα του εκφραζεται με αυτη τη γκριματσα που χωρις να το ξερει ειναι και κι ενα συνορο. Δε περνιεται, αντιθετα χτιζει πανω του. Οι πολυτιμες διαφορες του ειναι το ζεστο του καταφυγιο.
 
Το κρυο ειναι καλο ομως. Του θυμιζει τα Χριστουγεννα.
Γι αυτο και τωρα αγαπαει το κρυο.
Και τους λυπαται που δεν εχουν Χριστουγεννα.
Οχι μονο λυπη. Μα ξανα αυτη η αισθηση αποριας που ντυνει την υπεροχη του.
Μα καλα ειναι δυνατον να υπαρχουν ανθρωποι χωρις Χριστουγεννα?
Τι βαρβαροτητα πνευματος ειναι αυτη που δεν μπορεσε να επινοησει τη πιο γλυκεια απ΄ολες συμβαση? Και τι βαθος μπορει να εχει μια ζωη που δεν αναβαπτιζεται μεσα στη θαλπωρη της?
 
Ας μεινουν μακρια του. Ας μην τους μαθει ποτε. Ας μεινουν με την ιστορια τους, με τους δρακους τους, τα ματζονγκ τους και τις ζεστες μπυρες τους και οσες φορες κι αν τον ρωτησουν γιατι δεν μαθαινεις κινεζικα αυτος συνεχεια θ' απανταει γιατι προτιμω να μαθαινω καλυτερα ελληνικα.
Ο δικος του τροπος ειναι ο σωστος.
Πως να τους το πει?
Και ποσο τους λυπαται που δεν εχουν Χριστουγεννα.
 
Και ετσι προχωραει, παρατηρωντας, μες στη στυφη υπεροχή του που ανεμιζει σα σημαια πισω του.
 
Ενα παιδακι παιζει με ενα κοντοποδαρο σκυλακι.
Το σκυλακι χοροπηδαει γυρω του προσπαθωντας να πιασει αυτο που κραταει στο χερι του. Γατζωνεται πανω του και μετα κουτρουβαλιεται κουβαρι στη γη μη μπορωντας να κρατηθει απο τα ρουχα του. Το παιδακι εχει ξεκαρδιστει χορευοντας και προκαλωντας το σκυλακι.
Αυτος που απαρατηρητος τον βλεπει, διακρινει οτι η γκριματσα στο προσωπο του εχει διαλυθει μεσα σ'ενα ασυναισθητο χαμογελο.
 
Ενα ζευγαρι σ' ενα παγκακι αγκαλιαζεται αφηνοντας ολο το κρυο, ολη τη Κινα και ολα τα Χριστουγεννα εκτος. Ζηλευει τη πυκνη χαρα της διπλης αυτονομιας τους. Ξερει να την αναγνωριζει. Και η ζηλεια ειναι η πιο ασυνειδητη και ασταματητη παραδοχη.
 
Δυο χειμερινοι κολυμβητες περνουν απο μπροστα του.
Σωματα στιλπνα, ολο υγειες νευρο, ελατηρια γυμνασμενα σε ατελειωτες φορμες μαχητικου Τάι Τσι.
Αυτο που παρατησε γιατι βαρεθηκε το μποτιλιαρισμα μετα τη δουλεια.
Κανουν λιγο τροχαδακι και ευχεται αυτο να ειναι ολο.
Αυτοι ομως πεφτουν σε λιγο αποφασιστικα στη παγωμενη θαλασσα συντριβοντας τον και αφηνοντας τον ν' αναρωτιεται μονιμα για το ποσες αλλες συμβασεις χρειαζονται ή πρεπει να εφευρεθουν μεσα του δινοντας του κι αυτου ενα μερος να εχει να παταει.
 
*τίποτα
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※

 

σημείο                             30/11/2008

Οπως περπαταγε το κινητο που κραταγε στο χερι του επεσε στον υπονομο.
Γονατισε και κοιταξε μεσα απο τη σχαρα για λιγο και αφου ειδε μονο το σκοτεινο κενο το πηρε αποφαση.
Παει το κινητο.
Και τα μηνυματα της και οι φωτογραφιες της.
Τι ωφελει να στεναχωριεται, πηγε και πηρε αλλο.
Ενα λιγο καλυτερο μοντελο, να βγαζει και καμια φωτογραφια της προκοπης.
Τοσες και τοσες στιγμες ειχε χασει με το αλλο.
Μετα καθισε σ' ενα κοκκινο στρογγυλο βραχακι στο Μπανταγκουαν, φατσα ανατολη κι εβγαζε φωτογραφιες τα κυματα που σκαγανε στ' αλλα κοκκινα στρογγυλα βραχακια διπλα.
Οτι συνειδητοποιησε οτι αυτη τη στιγμη ειχε χαθει για ολο το κοσμο του εδωσε ενα περιεργο συναισθημα λυπημενης ελευθεριας.
Ποσοι θα του τηλεφωνουσαν σε αυτο το διαστημα και ποτε θα το επαιρναν αποφαση οτι δεν υπηρχε πλεον?
Αυτη η σκεψη οσο τον παιδευε μεσα του τοσο τον αλλαζε.
Ηταν μια προκληση τωρα να εξαφανιστει για ολους.
Ολες οι σκεψεις μεγαλωνουν μεσα μ' ενα ρυθμο αγνωστο, κανενας δεν ξερει ποτε φυτευτηκαν και πως ξαφνικα ειναι τωρα πρασινες μπροστα στα ποδια σου, ετσι που τωρα να μη μπορεις να τις αγνοησεις. Και να τις τσαλαπατησεις δε κανεις τιποτα, ο βολβος απο κατω ειναι ζωντανος.
Αρα υπηρχε η σκεψη να εξαφανιστει.
Απο ποτε?
Και τι εγινε για να το μαθει αυτο?
Και μετα γυρνωντας δυο ωρες πισω δεν ηταν καν σιγουρος αν το παλιο κινητο επεσε απο λαθος ή ηταν αυτος που το πεταξε με μια κινηση που ηδη την ειχε ξεχασει.
Συνεχισε να βγαζει φωτογραφιες σαν αυτο να ηταν το μονο του εργο.
Πρωτα τα κυματακια, μετα τα βραχια διπλα του, μετα εκανε ζουμ κι εβγαλε το χορταρι που ξεκινουσε τρια μετρα μακρυα. Μετα προχωρησε κι εβγαλε κατι δεντρα, τα κλαρια, τα φυλλα τους και μετα τα ξυλινα σπιτια γυρω.
Σα να ηταν ενα καινουριο ειδος που βγηκε μεσα απο τη θαλασσα στον κοσμο για πρωτη φορα γυριζε να δει το κοσμο και τον αποτυπωνε σε στατικα στιγμιοτυπα σα σημεια αναφορας.
Γυρισε παλι φωτογραφιζοντας μεσα στη σκεψη του.
Κοβοντας τη κι αυτη σε στιγμιοτυπα.
Ποιος τον ηξερε εδω? Ποιος τον ηξερε πραγματικα πουθενα?
Σαν το παλιο κινητο να ηταν ολη η συνειδηση του και να χαθηκε μια κι εξω.
Κι αυτο το καινουριο τι μπορουσε να του πει?
Αν δεν του εβαζε μεσα στη μνημη τους παλιους αριθμους και τα παλια ονοματα τι αξια θα ειχε?
Δηλαδη θα ειχε κανα νοημα να το γεμισει με καινουρια ονοματα καινουριες φωνες και νεες συνδεσεις μεσα στο μυαλο του?
Χανεις ενα κινητο, χανεις και τη μνημη σου αν θες.
Το αφησε διπλα του πανω στο κοκκινο βραχο.
Αψυχο, γιατι κανενας δεν το ηξερε.
Το κοιταγε και ενω το βαριοταν που δεν ειχε τιποτα να του πει το λυποταν κιολας.
Θα μπορουσε να το πεταξει κι αυτο στη θαλασσα. Να δωσει μια γωνια στο σωμα του και στο χερι του κοντρα ανατολη και να το στειλει κι αυτο στον αγυριστο μεσα στον ωκεανο που δεν τον εβλεπε παρα μονο να σκαει στα στρογγυλα κοκκινα βραχια. Ωκεανος να σου πετυχει.
Και ηταν και αδειο, σιγα μη το λυποτανε.
Μετα θα περπαταγε στη πολη τοσο καλα αγνωστος.
Σα βρεφος που ηξερε και να τρωει και να πηγαινει οπου θελει.
Οσο τα σκεφτοτανε δεν σταματαγε να βγαζει φωτογραφιες χωρις να κοιταει πουθενα και χωρις να ξερει τι κανει.
Απλως παταγε το κουμπι.
Η καινουρια μνημη που κραταγε στο χερι του μαζευε κυματα, βραχακια, χορταρακια, σπιτια, καπου καπου και προσωπα σε περιεργες γωνιες και φλου.
Κι ενω χωρις να ειναι απορροφημενος αλλα ουτε και απων συνεχιζε να κλικαρει ολογυρα το καινουριο του κινητο χτυπησε.
ελα χαλο, ποιος ειναι?”
απο την εταιρεια φωταεριου. Μηπως θα ...”
την εκοψε παρ' ολο που ειχε γλυκια φωνη ή και μονο γι αυτο
Ναι θα ηθελα λιγο φωταέριο. 'η μαλλον πολυ. Η διευθυνση μου ειναι ...”
Και αφου εδωσε και τη διευθυνση, συνεχισε να βγαζει φωτογραφιες κλικαροντας με περισσοτερη προσοχη τωρα. Επρεπε να συμμαζεψει καποια πραματα. Οσο γινεται περισσοτερα. Και να γυρισει πισω.
 
 

Σχετικά με το blog
Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος.
Εκκλησιαστής Α, 5
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις