Radio Nowhere
Νύν & Αήρ
Λίγα λόγια για εμένα
... λίγα και καλά
(διαβάστε περισσότερα)
Ανθολόγιον
Σύνδεσμοι


Οκτώβριος 2008
1225 αναγνώστες

 

Ψυχή δωρεάν          12/10/2008
Στον Τριαντάφυλλο
 
Βγηκε εξω στο κρυο βραδυ μ' ενα κοντομανικο που εγραφε πανω Iwantmoreovertime.
Τα ταξι του εκαναν σινιαλο με τα φωτα κι αυτος ανταπεδιδε κανοντας τους κωλοδαχτυλο.
Βλεπεις η απελπισια του ηταν ηρεμη χωρις ομως αυτο να αλλαζει ουτε ως προς το ελαχιστο τη φυση της. Ασε που περπατωντας διπλα στην θαλασσα τη καταπινε σε μικρες πικρες γουλιες και με μια υστερικη ευχαριστηση. Ενα χαμογελο του 'ρθε. Ολο δικο του. “Τρωει τη πετρα σα ψωμι ο καισαρας Βαλιέχο αλλο αδερφο δεν εχω”. Κι ουτε θα βρεις, κι οταν το καταλαβες και το ζητησες απ΄τη μανα σου ησουνα ηδη δωδεκα και αυτη σου ειπε “δε μπορω τωρα παιδακι μου”. Καλα μανα, δε πειραζει, θα δουμε τι θα κανουμε.
Αρχισε να σφυραει, τρομαζοντας ενα νυχτερινο γλαρο που σηκωθηκε απο τη τσαμαδουρα κι εφυγε για αλλη ησυχια.
Ενας ηχος σιγανος, κλαψιαρικος ερχοταν απο καπου μακρια. Τα σημαδια ποτε δεν τ' αφηνεις να πανε χαμενα. Παντα τ' ακολουθουσε οπως μικρο παιδι αναποδογυριζε τις μεγαλες πετρες τα καλοκαιρια που περπαταγε κατω απο τους ηλιους στις ξερολιθιες να δει αν εκρυβαν απο κατω κανα φιδι, κανα σκορπιο.
Εφτασε κοντα. Ενας τυφλος καθισμενος σταυροποδι επαιζε έρου, το κινεζικο βιολι. Α εδω ηταν μια λυπη πιο μεγαλη απ΄τη δικη του, σμιλεμενη προσεχτικα για χρονια με μαλακα δαχτυλα μεσα στο σκοταδι. Ακουμπησε σ' ενα τοιχο, εκλεισε τα ματια του να δει οτι εβλεπε κι αυτος. Αφεθηκε και η λυπη του εγινε τρομος σε λιγο, αφησε λιγα γιουαν και προχωρησε. Λιγο πιο κει τα φωτα του NewYorkClub, ας ειναι.
Μια πικρη μπυρα, στην υγεια ολων, ακομα και των ευτυχισμενων που ηταν και κοντα και μακρια.
Η φιλιπινεζικη μπαντα που και που επιανε κανα καλο, προσπαθουσαν μη μπορωντας οσο και να το παλευαν να κρυψουν τη κουραση απο τη μονοτονια της καθημερινης παραγγελιας nowomannocryκαι iwantfly. Ολοι θελανε να φλάι κι ολοι σφηνωμένοι μες στις παντοφλες τους ητανε. Τι κακο και τουτο.
Μισοκρυμμενη πισω απο μια κολωνα την ειδε και το σκιρτημα του εδωσε ενα αυτοματο σημα διαστολης στις κορες των ματιων του. Φοκους. Φοκους σε αυτο το κεφαλι, σε αυτη τη σταση που την ηξερε σα παλιο του ρουχο.
Ακινητη, ηταν σκυμμενη πανω απο το ποτηρι της, μη μπορωντας να καταλαβεις που κοιτουσε. Αυτο, την μπαντα ή κατι αλλο που την κρατουσε ετσι συγκεντρωμενη. Ισως μια σκεψη της.
Τα φωτορυθμικα, που εναλλασσονταν με στρομπ λάιτς δεν τον βηθουσαν να καταλαβει και οι μικρες κινησεις που εκανε το κεφαλι της ηταν κι αυτες πολυ λιγες στο να βγαλει καποιο νοημα αν τις ειχε τραβηξει την προσοχη ετσι οπως ειχε γυρισει σαν ηλιοτροπιο το κεφαλι του προς το μερος της. Μονο καποιες στιγμες νομισε οτι τον κοιταξε και προς το παρον αρκεστηκε σ' αυτο.
Κανενας δεν την πλησιαζε, και η δικη της σταση αλλωστε δεν εδειχνε να περιμενει κανενα.
Ηπιε κι αλλο και μαζευοντας θαρρος να παει να της μιλησει αρχισε να φτιαχνει στο μυαλο του την ιστορια της.
Θα ηταν απο πολη πιο Βορεια και πολυ πιο κρυα. Απο κει τα κοριτσια ηταν πιο ψηλα και το δερμα τους ηταν τοσο ασπρο. Πανεπιστημιο δεν θα ειχε παει. Θα εφυγε απο το χωριο της στα δεκαεξι μαζι με αλλα τεσσερα κοριτσια της ηλικιας της. Στη πρωτευουσα. Στην ευκαιρια. Ολες παρθενες. Απ' ολα. Δουλεια πρωτα θα βρηκε σε εστιατοριο, μικρο, βρωμικο συνοικιακο. Θα πηγαινε απο το πρωι στις πεντε, να καθαρισει, να κοψει πατατες να πετυχουνε τους πρωτους πρωινους πελατες. Θα ειχε βρει σπιτι κοντα. Ενα δωματιο, κρεβατι, καρεκλα, τραπεζι, βρυση, ενας κουβας. Τα ξημερωματα αν και μισοκοιμισμενη ακομα περπαταγε γρηγορα στο σκοταδι.
Θα δουλευε ως το βραδυ. Μισθος πεντακοσα γιουαν. Ενα μισο ρεπο τη βδομαδα το περναγε με τις αλλες τεσσερις να πηγαινουν στο εμπορικο κεντρο, να κοιταζουν τα ρουχα και να βγαζουν χαμογελαστες φωτογραφιες, ισως να επαιρναν και κανα ζαχαρωτο στο χερι να 'χουν κατι.
Καποια ξεκινησε σε καραοκε και της ειπε κι αυτης.
Η αρχη εγινε σε κατι που δε μπορουσε ποτε να φανταστει.
Αντρες. Λεφτα. Η νυχτα. Τα ρουχα. Τα λογια. Τα τραγουδια. Τα κρεβατια. Τα ποτα. Τα τραγουδια. Τα ατελειωτα γλυκερα τραγουδια που της εκαναν τη καρδια κομματια και την εκαναν να θελει να πιει κι αλλο, κι αλλο.
Ερωτευτηκε πολυ καποτε. Τα παρατησε ολα για παρτυ του, πηγε κι εμεινε μαζι του. Εζησε σωστα ενα χρονο σαν ανθρωπος αλλος, μαγειρευε και κοιματαν με τον ιδιο αντρα ευτυχισμενη. Δε νοσταλγησε τιποτα απο τα προηγουμενα.
Εφυγε ομως. Χωρις να της πει τιποτα. Τονε περιμενε για μερες αλλα τιποτα δεν εγινε. Για καιρο δεν ετρωγε, μονο νερο. Και λιγες σοκολατες που της ειχε μαθει.
Σταθηκε στα ποδια της οπως οπως. Βρηκε δουλεια παλι σε μπαρ αλλα μονο πισω απο το παγκο οσο και να τη πιεζε η μαμα σα. Και μονο στα ματια κοιταγε τους πελατες. Πουθενα αλλου...
Εστηνε την ιστορια της στο μυαλο του, μερα τη μερα της. Σε μια στιγμη που ηταν σιγουρος οτι γυρισε και τον κοιταξε ντραπηκε που ειχε μπει τοσο μεσα στη ζωη της. Γυρισε το κεφαλι του να αποφυγει το βλεμμα της να μην καταλαβει την αδιακρισια του.
Εβαζε λεπτομερειες, μικρες χαρες, συναντησεις, μοναξιες.
Μαζευε θαρρος. Επρεπε να της μιλησει. Αν δεν την εβλεπε ποτε ξανα?
Καποιες τον σκουντησαν ταχα μου κατα λαθος, μια του ζητησε φωτια, ενα μηνυμα στο κινητο ουτε που το κοιταξε. Της ηταν δοσμενος πλεον. Μονο να μιλαγε αγγλικα. Τα αλλα θα γινοντουσαν απλα. Αφου την ηξερε τοσο. Θεοι αυτης της ακρης του κοσμου βαλτε το χερι σας.
Πηρε ανασα βαθεια. Σηκωθηκε. Πλησιασε τη κολωνα που την μισοεκρυβε. Εφερε το γυρο της. Σταθηκε πισω απο την ακινητη πλατη. “Νιχάο” της ειπε, με μια βραχναδα που 'χε κατεβασει η συγκινηση του τοση ωρα τωρα. Καμια απαντηση. Να παρει, ενα γεια δεν ειναι και για θανατο σκεφτηκε. Σταθηκε λιγο μη ξεροντας να φυγει η΄να κανει ακομα μια προσπαθεια. Πηγε απο διπλα της. Το προσωπο της καρφωμενο σταθερα καπου στο βαθος. “Χαλό”. Τιποτα παλι. Τα φωτορυθμικα εκαναν αφυσικα ασπρη την επιδερμιδα της. Στο προσωπο και στο καρπο του χεριου τον ακουμπισμενο στο τραπεζι. Εκει ηταν που την αγγιξε μαζευοντας τη τελευταια σταγονα του θαρρους του.
Κρυο. Σκληρο. Πετρα. Ή μαλλον γυψος. Καλης ποιοτητας. Οπως και η μπογιες που την ειχαν βαψει και της εδιναν αυτη τη φυσικοτητα. Πολυ καλη δουλεια επρεπε να το παραδεχτει.
Γυρισε στη θεση του.
Παραγγειλε αλλη μια πικρη μπυρα και συνεχισε την ιστορια της στο μυαλο του.
... Μια μερα ηρθε στη πολη της ενα καραβι ελληνικο. Το πληρωμα δεν ειχε δει σπιτια και γυναικες για μηνες. Ο Φωτης ηταν ...
 
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Διάθλαση               13/10/2008

 

  
Στο χωριο του τον θεωρουσαν τρελλο - μπορει και νάχαν δικιο - και ηξερε απ' εξω ολη την Ιλιαδα.
Ο θειος του σταματησε να μενει μαζι τους οταν περασε στο πανεπιστημιο και το μονο που αφησε στο αδειο πλεον δωματιο ηταν αυτο το βιβλιο, ξεχασμενο πανω απο τη βιβλιοθηκη.
Δεν φαινοταν καλα, γι αυτο και οταν τα μαζεψε ολα πριν φυγει δεν το ειδε.
Αυτος ομως το ειδε.
Ανεβηκε σε μια καρεκλα, το πηρε στα χερια του, φυσηξε τη σκονη απο πανω του, τόφερε γυρω γυρω.
Ηταν Ιουλιος, στις αρχες του και πηγε στην ακρη του κατηφορικου περιβολιου, στο κρυφο του μερος.
Αρχισε να το διαβασει. Και το βιβλιο τον ρουφηξε, τον εκανε δικο του.
Εκλεβε χρονο απο δω κι απο κει για να του αφιερωθει.
Για ωρες πολλες μεσα στα χρονια.
Αρχισε να το αποστηθιζει για να το ανακαλει οταν δεν μπορουσε να το εχει μαζι του.
Περπαταγε για καπου και το ψιθυριζε σιγανα, μασαγε τις μπουκιες του και γυρναγε τους στιχους στο κεφαλι του, ηταν με κοσμο και χωρις κανεις να τον καταλαβει απομονωνόταν στον κοσμο της.
Ζουσε τα επεισοδια, αλλαζε χαρακτηρες, ποτε γινοταν Εκτορας, ποτε Παρις και ποτε Αχιλλεας.
Πηρε μερος σε μαχες ποτε σα Διομηδης, ποτε σαν Αιας και ποτε σαν απλως στρατιωτης Τρωας που βιωνε την εισβολη, και τον επικειμενο απολυτο τρομο.
Φορεσε πανοπλιες, ασπιδες, κρατησε ξιφη και πεταξε ακοντια.
Τραυματιστηκε, πεθανε και σκοτωσε εκατονταδες.
Γυναικα δε διαλεξε, πως θα μπορουσε αφου το καθε προσωπο το παρεκαμπταν τα ματια του, δεν το εβλεπαν.
Εκοψε στα δυο τον εαυτο του.
Το ενα ικανο για να τα βγαζει περα με τα αναγκαια.
Το αλλο μια ψυχη που αλλαζε ρολους εξω και μεσα απο τα τειχη της Τροιας.
Εγινε ναυτικος, οτι κατωτερο και πιο μοναχικο μπορεσε να βρει, τριτος μηχανικος.
Ειχε την ησυχια του.
Η μηχανη γουργουριζε ασταματητα μερα νυχτα κι αυτος εψελνε το δικο του τραγουδι γυρω της.
Μετα στη καμπινα του, ακουμπισμενος στο μπουλμε, με κλειστα ή ανοιχτα ματια, συνεχιζε, ζουσε τη μοιρα τους, βιωνε την πικρα των επιλογων τους.
Το καραβι μεσα σε υγρες ερημιες συνεχιζε κι αυτο το ταξιδι του ασταματητα.
Περασαν χρονια, καποια στιγμη βγηκε τυχαια σε μια στερια.
Περπατησε αναμεσα στα σπιτια. Στην ακρη της πολης βρηκε ενα που του αρεσε.
Ακατοικητο, ρωτησε αν πουλιεται.
Το αγορασε.
Εμεινε κει.
Το καραβι εφυγε χωρις αυτον.
Κι αυτος συνεχισε.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Ομίχλη στο χέρι                   18/10/2008
Στον swearengen που του αρέσει η ομίχλη
 
Το φερρυ απο το Γου Ξι στο Γκου Ανγκ Σι σταματησε στη μεση της διαδρομης.
Η ομιχλη ηταν πυκνη και η θαλασσα γυρω γεματη ψαροβαρκες και εμπορικα πλοια.
Ο πλοιαρχος πηρε εντολη να προσπαθει να κραταει οσο γινεται σταθερο το στιγμα του μεχρι η ορατοτητα να βελτιωθει. Κι ετσι το φερρυ εμενε σχετικα ακινητο και ο δυνατος ηλιος ετσι οπως γινοταν κομματακια πανω στην ομιχλη γεμιζε το χωρο με ενα εκτυφλωτικο και αχρηστο φως. Το ασπρο των συννεφων και το γκριζο των νερων μπλεκονταν αλλα σιγα σιγα το ασπρο νικησε και το φερρυ επλεε μεσα σε καθαρη ομιχλη πλεον ετσι οπως το εβλεπαν οι επιβατες που βγηκαν ολοι στις κουπαστες και κοιτουσαν το αδιαπεραστο γαλακτερο φως. Δεκαδες προσωπα στραμμενα στο κενο, αχρηστα ματια, χειλη σφιγμενα. Οι ομιλιες σταματησαν λιγο λιγο και μεσα σε μια σιωπη ολοι περιμεναν αν εχει κατι να τους πει η ομιχλη. Και σε πολλους ελεγε.
Ο Σουν Σι Λι σκεφτοταν τον υγρο πανικο καποιου ψαρα που μονος μεσα στο βαρκακι του ζουσε αυτη τη στιγμη την ιδια βιαιη μεσα στη σιωπη και στο βαρος της απομονωση. Ποσο ακινητος θα μπορουσε να μεινει καποιος απο φοβο; Φανταζοταν το χερι του πετρωμενο πανω στο πηδαλιο, τα ποδια του παγωμενα, χωρις καμια σκεψη αφημενος στην τυχη του οποια και να 'ταν αυτη.
Ο Σουν ζουσε κι αυτος μεσα σ' ενα μεθυσι ηττας. Ολες αυτες τις μερες ενιωθε να γινεται ολο και πιο μικρος, ολο και πιο αδυναμος ετσι οπως σιγα σιγα και ανεπιστροφα τα εχανε ολα. Στην αρχη ητανε ενας ασταματητος θορυβος απο τυμπανα που χτυπαγαν στο κεφαλι του, νταπα ντουπα νταπα ντουπα, καθως η περιουσια του εξανεμιζοταν βασανιστικα σταθερα στο Σανγκάη Στοκ Εξτσέιντζ. Τα τυμπανα μετα εγιναν ενα ασταματητο βουητο, νυχτα και μερα, αυτος ηταν πλεον ο χωρος που ζουσε, αυτο το βουητο. Εκει ανεπνεε, εκει αναστεναζε, εκει επινε σε μικρες γουλιες το νερο καθως η αγωνια του τον αφυδατωνε, ετσι οπως τον βρηκε εκθετο. Ηταν τοσο δυνατο μεσα του που ωρες ωρες ξεγελιοταν και πιστευε οτι ειναι του κοσμου, οτι ολος ο κοσμος ειχε γινει αυτο το βουητο.
Τωρα εδω ενιωσε για πρωτη φορα μετα τοσες μερες οτι το βουητο απ΄οπου κι αν προερχοταν εξασθενιζε. Σαν η ομιχλη να το καταπινε και αυτο κι αυτο μη βρισκοντας πουθενα να ανακλαστει εσβηνε μεσα σ΄ενα απειρο που ξεκινουσε λιγα εκατοστα περα απ΄τα ματια του.
Και σταματησε.
Και μια απλη πολυ απλη σκεψη του ηρθε. Απλη και παντοδυναμη. Αρκει να την επιανε απο την ακρη του ρουχου της, να την τραβουσε κι αλλο πιο κοντα του και να την καταλαβαινε.
Ηταν ο ιδιος. Αυτος ηταν. Τιποτα δεν ειχε αλλαξει μεσα του, καμια απο τις αδιαμφισβητητες ή αμφιβολες ποιοτητες του δεν ειχε χαθει. Ηταν ο ιδιος. Αν μπορουσε και κοιτουσε καλα αυτη τη σκεψη στο κεντρο της θα σωζοταν. Κι αφου το πιστεψε αυτο, το εκανε.
Απλωσε το χερι του πανω απο το παραπετο του πλοιου κι ενιωσε τα σταγονιδια να καθονται ησυχα πανω στο δερμα του. Στο μεσα και στο εξω του χεριου του. Εβγαλε τη γλωσσα του στην ομιχλη και αρχισε να την πινει. Καποιο μικρο κομματι του καπου κοντα του γελασε. Επινε νερο σε αερα.
Ενα μωρο λιγα μετρα πιο περα αρχισε να κλαιει. Ενιωθε οτι η ομιχλη δεν θα αφηνε το μικρο του κλαμμα να παει μακρια. Μια δυνατη αναγκη του ηρθε να ηταν αυτος που θα το επαιρνε στα χερια του να το ησυχασει.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Broken Roses                 23/10/2008
 
Ο τρομος ειναι να βρεθεις στο περιθωριο του ποθου των αλλων.
Μη διεκδικησιμος.
Ετσι οταν του ηρθαν τα σουπερ κοκκινα τριανταφυλλα στο γραφειο του περα απο τον πρωτο πανικο (πως με βρηκε η ατιμη, μη το σφυριξει κανενας στη γυναικα μου πω πω πω) το αερακι της επιβεβαιωσης του, της πεντακαθαρης και ενωπιον ολων του πηρε το μυαλο.
Αυτα ηταν κοκκινα και μεσα σε ροζ πλαστικο περιτυλιγμα. Οι Κινεζες εχουν μια θαυμασια ικανοτητα να υπερβαλλουν εκει που πρεπει και μια χαρωπη εφεση προς το χρωματικα αταιριαστο.
Και αυτος καμαρωνε. Και μεσα και εξω του.
Αυτη ητανε και πλουσια. Ειχε το τριαντα τοις εκατο της Τσάινα Μομπάιλ της επαρχιας Γκούι Τζού. Ετσι του 'χε πει κι αυτος που ηταν ικανος να πιστεψει οτι αυτη ηταν στη πραγματικοτητα ο πρωτος Κινεζος αστροναυτης το πιστεψε κι αυτο. Τι αιγλη που μας προσδινουν τα λεφτα των αλλων οταν ειναι πολλα και οταν αυτοι οι αλλοι στρεφουν την προσοχη τους πανω μας;
Και το διψασμενο να αναγνωριστει ως αντρας μεσογειακο αγορι τα ειδε ολα με τα κοκκινα τριανταφυλλα της πλουσιας Κινεζας.
Κι εγω του ειπα γιατι ειναι πια τοσο βλαχος και δε βαζει τα καυμενα τα τριανταφυλλα στο νερο.
Δεν απαντησε και μου πηρε αρκετη ωρα να καταλαβω το γιατι.
Θα τα πηγαινε σπιτι του. Δωρο στη γυναικα του. Κοιτα τι σου πηρα.
Θα τα εβαζαν στο ανθοδοχειο στο σαλονι, αυτη θα τα κοιταγε και θα φουσκωνε απο αυτο το συναισθημα σα κοκκινο κρασι, κι αυτος θα καμαρωνε για την τριπλη απιστια του. Απεναντι σ' αυτην, στην αλλη κι απεναντι στον εαυτο του. Για λιγες μερες τα τριανταφυλλα θα μουλιαζαν τις ακρες τους στο χλιαρο νερο και θα ανασαιναν στο δωματιο ενα ψεμμα που ενω δεν θα μπορουσε να αποφευχθει θα μπορουσε μην ειναι και τοσο τραβηγμενο.
Κολακευμενη αυτη θα τον αγαπαγε περισσοτερο. Για λιγο καιρο. Κι οταν καμια φορα θα αισθανοταν μονη της καθως αυτος θα ητανε σε ταξιδια θα εφερνε στο μυαλο της αυτα τα κοκκινα τριανταφυλλα. Αχ, πως του ηρθε. Πως ηξερε να τη ξαφνιαζει ετσι ομορφα οταν ηθελε.
Κι αυτος, καπετανιος, με μια κυνικοτητα ολο χαρη θα ταξιδευε στα ρηχα νερα μιας ματαιοδοξιας με τη πυξιδα του τριπαρισμενη.
Βεβαια θα χρειαζοταν πολυ περισσοτερο ταλεντο αργοτερα για να σταματησει το μισος για τον εαυτο του που θα αναπτυσσοταν μεσα του σιγα σιγα σα μωρο τριανταφυλλο. Αλλα αυτο το κινδυνο θα τον διετρεχε μονο αν ηταν εξυπνος. Και μενα οσον αφορα αυτο δε μου γεμιζε και πολυ το ματι.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Αναλώσιμοι, -ες, -α             24/10/2008
 
Το μπαρ ηταν βραζιλιανικο αλλα σ' αυτο πηγαιναν ολοι οι ξενοι της πολης πριν τους καταπιουν τα φιλιπινεζαδικα. Εδω ηταν πιο χαλαρα, τα ποτα τα επινες μιλωντας με αλλους εμιγκρεδες, απλως που και που επαιρνες ματι τις κοπελιες που περναγαν βιαστικες να πουν ενα γεια. Ειχαν δουλειες βλεπεις, περναγαν να τις δουμε και για να ψαρεψουν πελατες για το επομενο. Θα τους εγδερναν κανονικα στη συνεχεια, θα τους επαιρναν το σκαλπ πουλωντας τους πριγκηπικο ενδιαφερον για κανα διωρο.
Εγω ειχα γυρισει και κοιταζα το μικρο ενυδρειο στην ακρη του χωρου. Το καμαρι του μαγαζιου, εκτος απο το αλλο καμαρι την Ιρένε την ιδιοκτητρια παντρεμενη με τον Πάουλο και με δυο παιδια που θα χωριζαν μετα λιγες βδομαδες καθως οι ορμες τους ηταν μεγαλες και ο αλλος δεν ηταν ικανος να ειναι ο αντιζηλος ολων. Αυτα τοτε δεν τα ηξερα, ολοι ηθελαν την Ιρένε και περιμεναν τον Πάουλο να ξεκουμπιστει για να πιασουν θεση στην εσωτερικη.
Εγω απλα ημουνα μαγνητισμενος απο το θεαμα του ενυδρειου. Με το τροπο που σε μαγνητιζει το κακο ή το αδιεξοδο απο ενα μεγαλο φοβο. Ειχε μεσα δυο πιρανχας. Ο Πάουλο κατα καιρους βαραγε ενα καμπανακι στο μπαρ κι αυτο ητανε το σημα. Οσοι πελατες ηταν εκει μαζευονταν γυρω απο το ενυδρειο, ο Παουλο εριχνε μεσα ενα, δυο, τρια μικρα ψαρακια και τα πιρανχας ξυπνουσαν απο το προσωρινο τους μη κανιβαλικο διαλειμα. Πολλες φορες τα ψαρακια φαγωνοντουσαν πριν καν συνειδητοποιησουν οτι ηταν σε αλλο νερο, τα πιρανχα επεφταν πανω τους σα σφαιρες και τους εκοβαν ολοκληρα κομματια αφελους ψαρισιας σαρκας. Αυτα ετρεχαν να κρυφτουν ακομα και μισοφαγωμενα πισω απο τα πλαστικα φυκια και μεσα στα πηλινα σταμνακια με τη μονο μια εισοδο, μεσα στο κουφαρι της παλιας γαλερας που ταχα μου εκρυβε ενα θησαυρο που τους ηταν πιο πολυ και απο άχρηστος καθως τους επιανε καποιο ζωτικο ισως ισως χωρο, καποιων δευτερολεπτων εννοω.
Αυτη τη φορα το πανηγυρι ειχε τελειωσει νωρις και οι πεντ-εξι πελατες ειχαν γυρισει ηδη στις θεσεις τους γυρω απο το μπαρ κρυφοκοιταζοντας μια παρεα Φιλιπινεζες που χαμογελουσαν καθως οι μινι φουστες τους εκαναν τους ανδρες γυρω να θελουν να καουν εστω μονο για σημερα απο το ψεμμα τους.
Στο ενυδρειο τα πιρανχα εκοβαν κοντες βολτες στα βαθεια, καπως χαλαρωμενα καθως ειχαν προ ολιγου ξεσκισει δυο χρυσοψαρα. Μισα χρυσωπα ψαροκέφαλα κοιτονταν στα γυαλιστερα χαλικακι του πυθμενα. Κοντα στην επιφανεια ομως και οσο πιο διαγωνια γινοταν ενα χρυσοψαρο προσπαθουσε να βρει παλι τον προαιωνιο συμμαχο του, την ανωση, αλλα λιγο ματαια καθως ηδη τα πιρανχα του ειχαν φαει ενα πλευρικο πτερυγιο και την ακρη της ουρας του. Ετσι αυτο πασχιζε ανισορροπα να κρατηθει μακρια απο αυτο που ηταν θεμα λεπτων οτι θα το ετρωγε ζωντανο.
Νεες ερωτησεις μου εκαιγαν το μυαλο και εκαναν τα χερια μου να ιδρωνουν.
Εχουν τα χρυσοψαρα αιμα? Πως ειναι αραγε ο φοβος τους? Πως διαστελλεται ο χρονος τους οταν τελειωνει μεσα στα δοντια του αλλου? Θα εχω μπλεξιματα με το Πάουλο, με την Ιρένε που θα τον αφησει μονο του με δυο παιδια σε λιγες εβδομαδες ή με την αστυνομια αν πιασω τα γαμημενα τα πιρανχας τα πατησω κατω και τα λιωσω με το παπουτσι μου?
 
Ποτε δε θα μαθω. Θα μεινω με τις θλιβερες υποθεσεις μου.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Χαρακίρι μάτια μου               25/10/2008
 
Ηρθε και καθισε στο τραπεζι μου απροσκλητη και για τα ωραια μου ματια.
Θελω να μιλησω σε καποιον και συ εισαι τελειως ακινδυνος, μου ειπε.
Δεν μπορεις να αλλαξεις ή να επηρεασεις τιποτα, ισως να με θες αλλα δεν εχεις καν το θαρρος να με απαιτησεις. Ισως μαλιστα αυτη σου η επιθυμια να σε κανει καλυτερο ακροατη και ισως πιο εξυπνο απ΄οτι συνηθως.
Δεν μιλησα γιατι η ομορφια της μου ειχε παγωσει τα δαχτυλα και τη γλωσσα. Τα ματια μου ακινητα πανω της, απελπισμενα απο τη δεδηλωμενη μη ανταποδοση. Δε πειραζει, μετα θα μπορουσα να προσποιηθω οτι δεν την ειχα δει ποτε.
Ειχε ζησει μια υπεροχη ζωη για δεκα χρονια. Χονγκ Κονγκ, Σανγκάη, Πεκίνο. Απ' τις καλυτερες. Πρωτη πρωτη στην ατζεντα πολλων εξέκιουτιβς. Το πρωτο τηλεφωνο που επαιρναν μολις το ταξιδι τους σε μια απ' αυτες τις πολεις φιξαριζοταν, το πρωτο τηλεφωνο που επαιρναν μολις οι ροδες του αεροπλανου ακουμπουσαν τη γη.
Οντας το μεταξενιο ονειρο πολλων απο τους δυνατους αυτης της ασιατικης ακρης εκαναν το παν για να κρατησουν την ομορφια της αφταστη απ΄το χρονο. Σπανια καλυντικα και διατροφες εφταναν συνεχως με κούριερ στη πορτα της.
Μια πορτα που ηταν ανοιχτη μονο γι' αυτη την ελιτ του χρηματος, ανθρωπων που ειχαν λεφτα οσο ολοκληρες επαρχιες.
Ετσι για δεκα τοσα χρονια εγινε η παλλακιδα τους. Αφησε το Πανεπιστημιο στο πρωτο ετος οταν ο αντιπροεδρος της Τσάινα Χέβι Στήλ την ανακαλυψε πρωτος και της εκλεισε μονιμη σουίτα στο Σάγκρι Λα.
Μετα ηρθε κι αλλος, μετα κι αλλος και μετα οι συνηθειες της αλλαξαν.
Χοντροκεφαλοι Κινεζοι CEO, αλλα και αδυνατοι γυμνασμενοι goldenboysαδειαζαν πανω της το σωμα τους, τα λεφτα τους, τις πολυτιμες πληροφοριες τους. Αυτη χλωμη απο μεσα της, με παγωμενους διαφορους αισθητηριακους καλυκες απο τη συναλλαγη, τους δεχοταν με συγκαταβαση που ειχε το χαρισμα να μεταμορφωνει σε προσηνεια.
Εχασε φιλους και πρωτους ερωτες αλλα ειχε πιστεψει οτι θα τους ξαναβρισκε ολους μολις αυτη η μαρκετα τελειωνε. Το χρονικο οριο ηταν τα γενεθλια της στα εικοσιοχτω, οκτωβριο του δυοχιλιαδες οχτω. Εικοσιοχτω, το οριο για καθε Κινεζα να παντρευτει, επεφτε μαζι με τη χρυση τους χρονια και το αγαπημενο τους οχτω που εφερνε σε ολους και παντα τυχη. Απο τους λιγους με τρια κολλητα οχταρια στο κινητο της, αυτο δωρο του προεδρου της Ρεντ Ντράγκον Λοτζίστικς, ειχε τη δυναμη να στοιχισει ολους τους καλους οιωνους για παρτη της. Ετσι νομιζε. Ετσι η συναφεια με ολους αυτους τους μανδαρινους και τις χρυσες τους πληροφοριες την ειχαν κανει να πιστευει.
Ετσι τα κερδη της αυγατιζαν τοποθετημενα σε καλα χαρτια. Το μεθυσι απ' αυτα τα κερδη ηταν αρκετο για την απαραιτητη ανοσια που συνεπαγοταν το πουλημα της ομορφιας και της ψυχης της.
Τωρα ολα ειχαν τελειωσει. Σιγα σιγα και θορυβωδικα οπως αρχισαν. Ενας ενας οι εραστες και πληροφοριοδοτες της επεφταν απο τεσσαρακοστους οροφους ή εκαναν βιαστικα και λειψα ως προς το τελετουργικο τους χαρακιρια. Το κινητο της με τα τρια κολλητα οχταρια γεμισε μηνυματα "μη με ξεχασεις" και "ξεχασε με" κι αυτη πιο πολυ σαστισμενη απο ποτε αναρωτιοταν τι απ' ολα να ξεχασει και τι να μην. Το πουλημα της τοσα χρονια, τα πρωτα ονειρα ή τα υστερα?
Ολα διαλυονταν και οι συμμετοχες της εδω κι εκει εξατμιζονταν. Ειχε πλεον σχεδον τιποτα.
Αφου πηρα μια βαθεια αναπνοη της ζητησα την αδεια να πω τη γνωμη μου.
Σ' ακουω μου ειπε.
Της ειπα να παρει τηλεφωνο ενα ενα ολα τα goldenboysτης που ηταν ζωντανα. Να τους πει να καθονται οσο πιο μακρια γινεται απο περβαζια και απο αιχμηρα αντικειμενα και οτι αυτοι θα τους αγαπαει ακομα και τωρα που δεν ειχαν ουτε ενα γιουαν. Ας επαιρνε τουλαχιστον τηλεφωνο αυτους που δεν ειχε μισησει αυτα τα χρονια. Μετα να πηγαινε μια εκδρομη για λιγο καιρο. Κατα προτιμηση σε κανα ψηλο βουνο. Το Τάι Σαν μάουντεν ηταν οκ νομιζω. Καλο θα ηταν να επαιρνε μαζι της μονο το εμ πι θρι πλέιερ και κανα βιβλιο. Οχι ομως το κινητο. Καλο θα ηταν τα γενεθλια της που ερχονταν σε λιγες μερες να τα εκανε εκει.
Αυτα της ειπα και προσπαθησα να τη κοιταξω οσο πιο πολυ γινοταν στα ματια, ετσι ωστε να την πεισω για τις καλες μου προθεσεις.
Ανακατεψε σκεφτικη το καφελατε της. Κοιταξε ενα γυρο τα Σταρμπακς αδιαφορα.
Αυτο θα κανω, μου ειπε.
Μετα σηκωθηκε και πριν γυρισει να φυγει, χάιδεψε το σγουρομαλλικο κεφαλι μου που ακομα βουίζει απο την ανεξοδα ξοδεμενη ομορφια της.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Σπασμένο τηλέφωνο                     26/10/2008

 

 
Ηταν ενα αποκτημα εξαιρετικο. Ενα μικρο θαυμα ντιζάιν, ποιοτητας και ιδιοκτησίας.
Το κινητο του ηταν ολα τα λεφτα. Το χάιδευε στη τσεπη του, το εβγαζε στη μεση του δρομου και το κοιταζε, αλλαζε τα σέτινγκς του μεθυσμενος απο τα χρωματα, τις μουσικες, τις εκατονταδες επιλογες. Στα μπαρ το εβγαζε ταχα μου αδιαφορα πανω στη μπαρα, διπλα στο ποτο του - απο την εξωτερικη πλευρα του ποτου του εννοειται – και περιμενε. Ηδη αυτες τους δυο μηνες ειχαν τσιμπησει δυο, ναι μαγκα μου εκανε κρεβατι επειδη οι αλλες τσιμπησανε με το κινητο του.
Τωρα εκει μεσα ηταν ολα οσα ηξερε στη Κινα. Η διασκεδαση του και η επιβιωση του οπως πικρα θα διαπιστωνε. Ο φιλος του στα δυσκολα και στα πολυ πολυ δυσκολα. Εκει επαιζε το γκολφ του τα μοναχικα του βραδυα στις μπαρες τοτε που δεν υπηρχε καμια εσπεραντο να τον γεφυρωσει με τη χαρα των αλλων, εκει ολη του η μουσικη που την ακουγε περπατωντας στην ομιχλη της πολης και στην αφορητη ανωνυμια του.
Η σωτηρια του, το απαγκιο απο την αγωνια, η χαρα για ολες του τις αρνησεις.
 
Η Τάι Τόνγκ του ειχαν πει οτι ηταν το πιο ζωντανο σημειο της πολης. Πηρε τηλεφωνο τον Τσου την ωρα που εμπαινε στο ταξι να πει στο ταξιτζη το προορισμο του.
Εφτασε για να διαπιστωσει γι' αλλη μια φορα οτι τα παραλεγαν.
Ενα τελειωτο παζαρι, τρισεκατομμυρια Κινεζοι σπρωχνονταν και γλιστρουσαν ο ενας πανω στον αλλο σα κοπαδι ψαριων στον ωκεανο αγοραζοντας ρουχα, λαχανικα, ηλεκτρονικα της πλακας, σουβλακι χταποδι, παιχνιδια, χοιρινα αυτια και καραμελωμενα μηλα. Αφεθηκε στην ατυχια του, μαθημενος πια, κι εγινε κι αυτος ενα ψαρι με το κεφαλι του ομως να κοιταει ψηλα απο τη μια για να ξεφυγει τις αφορητες μυρωδιες απο τα κινεζικα φαγητα και απο την αλλη μπας και δει καμια φωτεινη πινακιδα που θα ηταν η προσωρινη λυτρωση του, κανα Σταρμπακς, κανα γουεστερν στάιλ μπαρ, κατι που να μυριζε πολιτισμο τελος παντων, δηλαδη αυτα που ηξερε, που μπορουσε ν' ανεχτει, που μπορουσαν να τον κανουν να ξεχάσει.
Ξαναπηρε τον Τσου τηλεφωνο μπας και του δωσει κανα τιπ για το πως θα γλυτωνε απ' αυτη τη χάβρα, μετα τον Μπλέικ για το που ηταν να παει να τονε βρει να παρει τις ανασες του πανω απο μια σωστα κρυα μπυρα. Ο γυρω θορυβος δεν τον αφηνε ν' ακουσει καλα συγκρατησε ενα ονομα που του ειπαν, Κινεζικο αλλα με Αμερικανικη προφορα. Δυστυχως.
 
Και κει ακουσε το πρωτο μπίιιπ. Το κοιταξε. Λόου μπάτερι αναβοσβηνε. Ο πανικος δινει τα πρωτα του σημαδια με μια σκεψη βελονια και μετα μ'ενα φουσκωμα στο στηθος. Σαν ο αερας να μην ειναι αρκετος αλλα τα πνευμονια να ηττωνται καθως επιμενουν. Τα αλλα ψαρια συνεχιζαν να τον σπρωχνουν προς μια κατευθυνση, παταγε πανω σε χιλιοπατημενα λαχανικα, καποιος, καποια τον χάιδεψε μπροστα και καποιος αλλος πισω. Δεν ηταν για το πορτοφολι του, απλα μεσα σε αυτο το ανθρωπομανι καποιων η ηδονοθηρια ξυπνουσε σα πουλι της νυχτας και του πληθους. Θυμηθηκε το διηγημα του Πόε για τον ανθρωπο του πληθους και ποσο μα ποσο αντιθετα ενιωθε. Τωρα.
Προσπαθουσε να βρει ενα παραδρομο να βγει, αλλα ποιον; Και να παει που. Μαλλον για την λεωφορο επρεπε να ψαξει να βρει κανα ταξι αλλα κατα που επεφτε;
Δεν ηξερε καλα καλα αν προχωρουσε σε κυκλο ή σε μια συνεχη ευθεια.
Τα φωτα αρχισαν σιγα σιγα να σβηνουν. Το πληθος να αραιωνει.
Ξανακοιταξε το κινητο. Λόου μπάτερι. Λόου μπάτερι.
Καποιος του εκαψε το χερι μ' ενα τσιγαρο.
Γυρισε με σκοπο να τον αγριοκοιταξει ο αλλος τον κοιτουσε ομως τοσο ειρωνικα που τον ξαφνιασε. Ενα τσογλανι με κοντοκομμενα μαλια μετασχηματιζε την ορμη της νιοτης του σε μιαν ηχηρη αυθαδεια. Δεν ειχε νοημα να του πει τιποτα ασε που κατι τετοια αγριμια περναγαν τις ωρες τους εξασκουμενοι στο σεξ και στο κουγκ φου πανω σε παγιδευμενες χωριατοπουλες σε καραόκια που μύριζαν μουχλα και σκόρδο.
Επρεπε να βρει ενα ταξι και να παρει τον Τσου να του δωσει οδηγιες. Αυτη ηταν η μονη σωτηρια. Σα μαντρα ψυθιριζε στο μυαλο του. Ταξι, Τσου, τηλεφωνο. Και το αλλο δυσοιωνο μαντρα του απαντουσε Λόου μπάτερι. Λόου μπάτερι.
Γυρισε να δει μηπως το τσογλανι τον ακολουθουσε. Ευτυχως ολη η μαγκια του ειχε περασει απο τη καφτρα στο λιγο δερμα του που ειχε καει. Νο προμπλεμ. Θα ξαναφυτρωνε.
Αρχισε να ρωταει το κοσμο ντού γιού σπήκ ίνγκλις. Αυτοι γελαγαν και παραμεριζαν. Πριν τον εσπρωχναν και τον τραβουσαν και τωρα παραμεριζαν μολις πηγαινε να τους μιλησει. Περιεργη συμπεριφορα ειχαν αυτα τα ψαρια.
Το κινητο εβγαλε ενα μακροσυρτο μπίιιιιιιιιπ, ενα “αντιο φιλε” και μετα βουβαθηκε και σκοτεινιασε.
Γι' αυτη τη νυχτα μονο ή φορέβερ; Δεν ηξερε ακομα.
Ολως παραδοξως το καψιμο στο χερι του ειχε κανει καλο.
Ο πανικος στο στηθος ειχε σιγησει καθως ο οξυς πονος στο καρπο ειχε στρεψει τα μητρωα αμυνας του μυαλου του σε αυτη τη μικρη διακεκαυμενη περιοχη. Ωραια. Ωραια. Εμεινε κι αυτος λοιπον συγκεντρωμενος στο μικρο καψιμο.
Προσπαθησε να βρει τη λεωφορο. Το πληθος ειχαν γινει σκορπιες παρεες. Δεν ειχε προσανατολισμο, δεν ειχε κινητο, δεν ειχε σχεδιο και οι δρομοι σκοτεινιαζαν. Προς τα που επεφτε ο Ειρηνικος και προς τα που ο βορειος Πολος δεν ηξερε. Ολοκληρος ωκεανος διπλα του και δεν ηξερε πως να τον βρει. Οι παρεες γινονταν ατομα τωρα. Νηστικα απο ερωτας νάναι κι οτι ναναι ή μεθυσμενα απο ζεστη μπυρα και κοντες ελπιδες για το σημερα κοιταζαν τις πορτες των μπαρ προσπαθωντας να διαβασουν πανω στις πινακιδες νεον με τις πεταλουδες αν αποψε θα 'χαν καμια τυχη. Λες και η τυχη τους δεν ειχε αποφασιστει προ πολλου.
Οχι ομως η δικη του.
Μπηκε σε πεντ-εξι μπαρ. Αγνοησε τις ομορφες και τις πολυ ομορφες και οσες του χαμεγελουσαν εφοσον δε μιλουσαν αγγλικα. Ηθελε μια να μιλαει αγγλικα. Για καλη του τυχη ηταν μια απο αυτες που θα μπορουσες να πεις ασχημες. Μη του πουν αλλες σκεψεις και χαθει μεσα τους. Τα αγγλικα της φτωχα σαν τις προσδοκιες της αλλα οπως και να το κανεις παρεμεναν ενα νησακι συνεννοησης.
Το προβλημα του της το ειπε σιγα σιγα. Μην το περασει για δολωμα οτι ηθελε να τη παει σπιτι του. Δεν ητανε για τετοια τωρα. Δεν παιζεις με την επιβιωση. Δεν της γυρνας τη πλατη οταν αρχισει και σου την ξεγυρναει αυτη.
Αργα και χαλαρα της ειπε τι εγινε. Εβγαλε και το ψοφιο πλεον κινητο στη μπαρα για αποδειξη. Απο τη μεσα μερια του ποτου του αυτη τη φορα. Αλλαγη ρολων βλεπεις.
Ποτε γελαγε και ποτε τον κοιταγε σοβαρα.
Σημασια εχει οτι τον πιστεψε.
Θα τον πηγαινε σπιτι του.
Ειχε ωραιο χαμογελο και υπεροχα στραβα δοντια.
Ειχε μια ιστορια κι αυτη μεσα της.
Θα του την ελεγε και θα ηταν το ευχαριστω του να κατσει να την ακουσει ολη.
Καμπάι.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
 
Η απελπισια οταν σηκωσει λιγο κεφαλι και κοιταξει προς τα εξω γινεται εφευρετικη.
Βρισκει τροπους να αυτοσαρκαστει.
Αυτο τη σωζει και της δινει νοημα.
Πρεπει να 'χει κι ενα νοημα η απελπισια , δε πρεπει?
Πηγε σ' εκεινο το μπαρ γιατι ειχε απ' εξω πολλα ξυλα και του μπηκε η παλαβη ιδεα οτι θάχε και τζακι.
Τζακι στη Κινα! Δε θάσαι καλα. Εδω η αποψιλωση ητανε χειροτερη απο τα νησια του Πασχα, που τετοιες ανθρωπινες χαρες; οπως ας πουμε να βλεπεις ενα κουτσουρο να καιγεται για παρτη σου.
Τον ξεγελασαν ομως τα ξυλα απ' εξω.
Χαλαλι ομως.
Τα κοριτσια ηταν μετρια στην εμφανιση και αυτο τις απαλλασε απο το βαρος μιας ομορφιας που θα επρεπε να αμυνεται συνεχεια.
Ετσι ητανε χαλαρες και κατεβαζαν τις μπυρες σα νερο.
Ωραια πραματα.
Απλα μεσα στο μη νόημα τους.
Απλα μεσα στη σημασια του τωρα τους.
Κερασε ολο το μαγαζι μολις πειστηκε οτι τα χαμογελα τους ηταν δικα τους και τον ειχαν μονο στοχο.
Δεξου το χαμογελο μου ρε, τι σου ζητανε?
Κι αυτος το δεχτηκε.
Και μετα το πανηγυρι.
Οι Κινεζες τόχουνε καυμο ν' αποχτησουνε κι ενα αγγλικο ονομα.
Καλα οι Λι Λι γινονται ευκολα Λιλυ και ξεμπερδευουνε.
Οι αλλες ομως?
Οι Σου Σου, Φι Φι, Μιου Μιου πως θα κανουνε καριερα σε μια εσπερινη καρδια;
Κι ολες θελουν ενα ονομα.
Μη πεις καμια Μάργκαρετ ή Κάθριν θα εισαι χαζος.
Πρεπει να ειναι ευηχο.
Πρεπει να εχει μια χαρα μεσα του.
Γιατι αυτες εχουν.
Γινεσαι νονος, πρεπει να το δεις υπευθυνα.
Κι αυτος το ειδε.
Κι αφου ηπιανε τις μπυρες τους και τους το ξέκοψε κομμένες οι χειραψιες κι αφου του το ζητησανε να τις βαφτισει αυτος αποδεχτηκε αυτη τη μεγιστη τιμη και τις κοιταξε μία μία στα ματια. Να καταλαβει. Τι ειναι. Απο που ερχεται. Τι καλο θα της κανει ενα ονομα. Και να ειναι δικο της.
 
Φαινοτανε απο χωριο.
Ητανε καπατσα και στη κουζινα και στο κρεβατι οπως υπολογιζε. Και περπαταγε μαγκικα.
Εσυ θα εισαι η Τασουλα.
Σι σι έ!
Παρακαλω.
Τασουλα, Τασουλα το δοκιμαζε στη γλωσσα της και το προσωπο της εφεγγε λιγο λιγο.
 
Η αλλη ητανε απο κωμοπολη.
Στρουμπουλη. Αυτη θα τα δινε ολα αμα την αγαπουσανε.
Και ιμαμ θα μαθαινε να φτιαχνει,
Μονο ο μερακλης ελειπε.
Σε μια κριση αυτογνωσιας τα εβαψε ολα ξανθα. Μαλλια και φρυδια.
Λεμονιά. Τελείωσε.
Λομανία. Άι ντοντ λάικ. Καποιος Ρουμανος ειχε περασει καποτε και ειχε ξηγηθει πουστικα.
Οχι ρε. Λεμονιά. Λέμον τρή. Στη Κινα τα λεμονια ειναι ακριβα. Πολυ. Το δεχτηκε.
 
Ητανε κοντη αλλα οχι και να τρελαινεσαι.
Ειχε μεγαλα μαγουλα να τα τσιμπάς να χαιρεσαι.
Και μεγαλα βυζια. Για πολυ μερακληδες.
Και μετα ειδε και τη φωτογραφια. Αυτη στο αδειο ασπρο δωματιο να κραταει το λούτρινο σφιχτα γιατι αυτα τα υπεροχα βυζια πολλοι τάχανε ζουλήξει αλλά κανενας δεν τάχε ακουμπήσει οπως το θέλανε.
Ματούλα λοιπόν, γι' αυτο το κατι που του θυμιζε.
Τής αρεσε.
 
Πηγαινε σα βαρκα σε σοροκαδα.
Τα τακουνακια της αναστεναζανε.
Κι αυτη. Απο κατι που δεν ηξερε.
Αλλα δεν τη πολυενοιαζε κιόλας.
Τα εικοσι τα ακλειστα νάναι καλα.
Γελαγε σα να ητανε η μονη αληθεια αυτο το δευτερολεφτο.
Λουλού.
Και παντα να γελας της ειπε καθως με το ποτηρι απ' το σφηνακι επαιρνε νερο απο τη γυαλα με το χρυσοψαρο που δεν ηξερε σε τι ιερη στιγμη ηταν παρων κι ετρεχε γυρω γυρω πανικοβλητο.
 
Και μ' αυτο το νερακι τις βαφτισε.
 
Και μετα ηπιανε πολλες μπυρες ολοι μαζι να γιορτασουνε τα βαφτίσια.
Μια χαρα.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
Σωτήρια πτώση                        28/10/2008
 
Τα καπακια των υπονόμων και των υπόγειων καναλιών που διασχιζουν τη πολη ειναι φτιαγμενα απο μαντέμι.
Πολυτιμο υλικο σε αυτη τη χωρα που διψαει πρωτα για πρωτες υλες.
Και μερικοι δεν εχουνε κανενα προβλημα να περασουνε τη νυχτα να τα σηκωσουνε, να πανε να τα πουλησουνε για κανα τραπεζωμα με φιλους που θα γινουνε λιάδα και μετα θα πανε στα καραόκια να το παιξουνε αντρακια όντας μεθυσμένοι οπότε και μ' ενα επιπλέον θρασσος απεναντι στα κοριτσια που ενω μεν δεν τους σιχαινονται δε τρελαινονται κιολας να κανουν εμετο στη ποδιά τους ή να τους κατουρανε τη πορτα φευγοντας απρακτοι.
Κι αν εκει που πριν ηταν τα καπακια των υπονομων χάσκει τωρα καποιο κενο, μια μπορει και θανασιμη παγιδα στη μεση του δρομου αυτοι εκει που δε πιάνει σινικη μελάνη το γραφουνε.
Τωρα κι αυτος τι ηθελε να περπαταει κοιτωντας τα συννεφα που περναγανε μπροστα απ΄το φεγγαρι. Ας ειχε τα στραβά του, τα γεματα λύπη ματια του, ανοιχτα και να κοιταει που παταει.
Επεσε μεσα λοιπον. Τωρα πως δεν εσπασε και δε στραμπούληξε τιποτα ητανε θαυμα απο μονο του. Απο το χτυπημα και ισως και απο το ξαφνιασμα εχασε για λιγο τις αισθησεις του ομως. Οταν συνηλθε κι αφου θυμηθηκε κρατησε αναμεσα στα μπροστινα του δοντια ενα πανικο κι εψαξε για το κινητο. Δουλευε αλλα δεν ειχε σημα. Ειχε περασει καμια ωρα κι αυτος ηταν περιπου τεσσερα μετρα κατω απο την επιφανεια του δρομου. Και πολυ βαθυς και πολυ στενος για ταφος σκεφτηκε.
Η τρυπα ητανε ευτυχως μονο για να περασουνε καλωδια, οπτικες ινες νάχουνε οι Κινεζοι να σερφαρουνε σ' ενα μιζερο υποσυνολο του διαδικτυου. Ωραια, τα σκατα τα γλυτωσαμε σκεφτηκε βλεποντας τουλαχιστον το ποτηρι.
Μονο μη διψασει φοβηθηκε. Αυτος ηταν ο μεγαλος φοβος του απο παιδι. Μια φορα το ειχε παθει οταν ειχε χαθει για ωρες σε μια σχολικη εκδρομη κι απο τοτε ηταν ο εφιαλτης του. Ασχοληθηκε για ωρα να δημιουργει σαλιο στο στομα του που μετα το καταπινε κι αυτο τον ηρεμησε. Ευτχως ηταν στο δρομο για το μπαρ και οχι στην επιστροφη. Ετσι δεν ειχε πιει και τιποτα που θα συνετεινε στην αφυδατωση του.
Φωναξε για λιγη ωρα αλλα κουραστηκε, ηξερε οτι δεν περναγε και κανενας απο κει τετοια ωρα. Θα ξαναδοκιμαζε το πρωι.
Η τρυπα απο πανω του εστεκε σαν ενα μικρο σκοτεινο δαχτυλιδι με μια μικρη αλω στις ακρες απο τα φωτα της πολης.
Εψαξε βαθεια του να κρυφτει απο το πανικο κι ετσι ξετρυπωσε τη σκεψη που τον εσωσε. Εδω κατω ηταν ασφαλης. Ασφαλης απ' ολα και ολους. Μονο να μαθαινε να περιμενει.
Και ποτε δεν εμαθε ποσο κοντα στην αληθεια ηταν αυτη του η σκεψη.
Γιατι σ' ενα απο τα δυο μπαρ που πηγαινε του 'χε στησει καρτερι η Σού Τσέν, σκοτεινο αρπακτικο και πανέμορφη. Ειχε ακουσει γι' αυτον και σημερα ειχε ερθει με σκοπο να του τη πεσει και ταχα μου να γοητευθει απ' αυτον. Αν πηγαινε θα ηταν μοιραιο να πιαστει στο διχτακι της, μια ιστορια που αν υπολογιζω καλα θα κραταγε κοντα ενα εξαμηνο αν ηταν τυχερος και δε προεκυπτε καμια ξαφνικη εγκυμοσυνη αλλα σε καθε περιπτωση θα τον αφηνε με αρκετα ελαφρυτερο τραπεζικο λογαριασμο και με τα νευρα σπασμενα.
Στο αλλο μπαρ ηταν ο Οσμαν ο Τουρκος ηδη φτιαγμενος με χασις, που πηγαινε συνεχεια στο κομπιουτερ του μαγαζιου κι εβαζε τουρκικα σι ντι με αμανεδες και παρακμιακα τσιφτετελια. Ηταν σιγουρο οτι θα πλακωνοντουσαν και ο Οσμαν παντα κυκλοφορουσε μ' ενα μαχαιρι στη καλτσα.
Αν, πραγμα σχεδον απιθανο, γλυτωνε απ΄αυτους τους δυο θα πηγαινε σπιτι και θα παρακολουθουσε ονλάιν τη συνεδριαση του χρηματιστηρίου, θα επεφτε στην αντιληψη του ενα προκλητικοτατο αγοραστικο σημα που θα το ακολουθουσε αγοραζοντας με αερα. Το σημα θα αποδεικνυοταν μετα απο λιγες μερες λαθος κι αυτος θα εγραφε μια μεγαλη χασούρα.
Ή παλι παρακολουθωντας καποιες συζητησεις στο ιντερνετ σιγουρα θα εβλεπε ενα ιδιαιτερα κακοπροαίρετο σχολιο που τον ειχε στοχο, η λυπη και η οργη του απ΄αυτο θα ειχαν σαν αποτελεσμα ενα πολυ μικρο αγγειο στον εγκεφαλο του να διαραγει ή περίπου. Το σχολιο εμεινε λιγη ωρα στον αφρο ευνουχισμενο απο την απουσια του και μετα χαθηκε κατω απο αλλα που ευεργετικα το καλυψαν φορέβερ.
 
Αυτες ηταν οι παγιδες αυτης νυχτας.
Κι αυτος τις απεφυγε πεφτοντας στη πιο ανωδυνη.
 
Αν ηξερε τη τυχη του που τωρα τη βλαστημουσε θ' αναβε ενα κερι στο φτωχοδιαβολο που εκλεψε το καπακι της τρυπας που τωρα τον φιλοξενούσε και θα ευχοταν να του καθοταν καμια Μογγολα ετσι οπως ακριβως θα την ηθελε.
Κοιταξε το κινητο του. Φούλ μπάτερι. Χαμογέλασε και αρχισε να παιζει γκολφ.
 
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 
 
Δοξαστικόν                         29/10/2008
 
Κράταγε το δισκο και ειχε το κεφαλι ψηλα καθως το καμαρι της μπερδευοταν με τη φυσικη συστολη της φτιαχνοντας ενα υπεροχο διπτυχο.
Η υπερηφανεια της πρωτης δουλειας ειναι τοσο μοναδικο γεγονος και δεν κραταει και πολυ ενω θα 'πρεπε.
Δοκιμαζε το βηματισμο της, τη νεα μορφη αυτοσυγκεντρωσης που επρεπε να αψηφα τα βλεμματα των αλλων, τη θεση της γλωσσας της - πισω απ' τα πανω δοντια ή πανω στον ουρανισκο τη βολευε καλυτερα;
Κι αν εκανε καποιο μεγαλο λαθος;
Κι αν αργοπορουσε;
Μια φορα πηγε τη τσαγιερα μονη της χωρις φλιτζανια, και το κοκκινο του προσωπου της απλωθηκε γυρω της και προπορευοταν απ' αυτην για κανα μισαωρο μεχρι να εξατμιστει μεσα σε νεες εννοιες και σημαντικα προβληματα.
Ηταν αρκετα ζεστο το νερο, καλα διπλωμενη η πετσετα, ισιο το παπιγιον, οπως πρεπει το χερι της πισω απ΄την πλατη;
Τοσες μικρες λεπτομερειες που ταλαιπωρουσαν το μικρο κοριτσακι που ακομα δεν ειχε φυγει τελειως απο μεσα της.
Μηπως ετρεχε; Μηπως δε χαμογελουσε αρκετα; Μηπως επρεπε να παψει να χαμογελαει σε αυτο το περιεργο που την ειχε καρφωσει τοση ωρα;
Αλλα το καμαρι, καμαρι. Εκει. Ντουρο. Πρωτη δουλεια ματια μου.
Ο κοσμος των ενηλικων την ειχε δεχτει. Ενταξει εκατο δεκα δολλαρια δεν ηταν και τιποτα σπουδαιο, ειδικα οταν επρεπε να στειλει τα μισα στους γονεις της και με τα μισα απο τα αλλα μισα να πληρωσει το νοικι για το δωματιο που ειχε με τις αλλες δυο. Τις εμεναν ομως κοντα τριαντα δολλαρια το μηνα ολα δικα της. Ξερεις τι θα πει αυτο; Ολα δικα της. Ποση χαρα και ποση ελευθερια μπορουσε ν' αγορασει μ' αυτα! Βολτες στο εμπορικο κεντρο, βολτες στη πολη με το λεωφορειο, ρουχα που θα ξεπληρωνε με δοσεις λιγο λιγο, ισως να επαιρνε και κινητο σε πεντ-εξι μηνες, κανα μεταχειρισμενο εννοειται. Η σκεψη ενος μέικ απ, κι ενος καινουριου τζην της εφερε μια στιγμιαια ζαλαδα, που μετα εγινε ενα μονιμο χαμογελο, καθως στη σκεψη της ηρθε μια τσαντα, σκουλαρικια και αδιάβροχο.
Αχ τι ωραια που ειναι η ζωη!
Τι ωραια! Τι ωραια!
Φτανει νάχεις τη δουλεια σου, να τρεχεις πανω κατω, να κουραζεσαι, να κανεις τους αλλους να σε σεβονται και να σε παραδεχονται για τη προσφορα σου.
Και με τα λεφτα σου να αγοραζεις σιγα σιγα οτι θελεις χωρις να επιβαρυνεις κανενα.
Τι ζεστη αισθηση καθαρης ελευθεριας φουσκωσε το στηθος της.
Ειχε δικη της δουλεια.
Ηταν μια σερβιτορα.
Ηταν ο ανθός του κοσμου.
 

 

 

Σχετικά με το blog
Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος.
Εκκλησιαστής Α, 5
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις